Πέμπτη, 25 Μαρτίου 2010

Κεφάλαιο έβδομο

Ο Λευτέρης αν και «παλιοσειρά» σε θέματα υπολογιστών, δεν είχε σχεδόν καμία σχέση με τα διαδικτυακά δρώμενα, παρόλο που το χρησιμοποιούσε για την δουλειά του και παρόλο που πριν καν ξεκινήσει το internet έμπαινε στις λεγόμενες τότε βάσεις.
Έτσι μια μέρα με έναν συνεργάτη του ο οποίος έφτιαχνε διαφημιστικά δώρα, έκαναν μια αναζήτηση για μολύβια. Ένα από τα αποτελέσματα τους φάνηκε περίεργο και μπήκαν να δουν τι είναι αυτό.
Ήταν ένα ροζ πράμα, πολύ ροζ, υπερβολικά πολύ, που έλεγε κάτι του τύπου «30.000 γυναίκες σε περιμένουν». Ε, δυο αρσενικοί μαζί έπραξαν τα δέοντα και μπήκαν. «Ρε, συ εκεί που λέει chat, ξέρεις τι είναι;», «όχι, πάτα το να μάθουμε». Έτσι ο Λευτέρης μπήκε για πρώτη φορά στο chat. Η πρώτη εντύπωση ήταν τρομακτική, γραμμές κειμένων έτρεχαν σαν τρελλές, ασύνδετες και ασυνάρτητες φράσεις, ήταν παρανοϊκό και έκλεισαν το παράθυρο αμέσως λέγοντας «ρε τι είναι αυτοί εκεί μέσα». Όμως ήταν και περίεργος. Έτσι γυρνώντας σπίτι του, έκανε μια εγγραφή στο εν λόγω site, με ένα χαζό nick και άρχισε να παρακολουθεί τα γραφόμενα. Εντυπωσιάστηκε από αυτό που είδε και διαπίστωσε. Είδε νέους κώδικες συμπεριφοράς, είδε τι μπορεί να πει ή μάλλον να δείξει ένας άνθρωπος κρυμμένος πίσω από ένα ψευδώνυμο. Δεν ήταν μόνο οι αδελφές που τον είχαν ριμάξει στα πριβέ αλλά έβλεπε τις διάφορες φυλές να αναπτύσουν τους δικούς τους κώδικες επικοινωνίας. Παρακουθούσε για αρκετό καιρό βουβός, χωρίς να γράφει μέχρι να μπορέσει να αποκωδικοποιήσει, αυτά που έβλεπε. Δεν του πήρε πολύ καιρό και άρχισε να βλέπει πίσω από τις λέξεις, άρχισε να αντιλαμβάνεται την μοναξιά πολλών από εκεί, την απελπισία ανέραστων κυριών, το υπερβολικό δήθεν που πούλαγαν όλοι αναμεταξύ τους. Είχε αρχίσει να εντοπίζει τους κυνηγούς, τους λύκους, τους τσοπαναραίους και τα πρόβατα... Άρχισε λοιπόν δειλά-δειλα να γράφει τις πρώτες του λέξεις: «Καλημέρα», «Καλησπέρα» και παρόμοιες τυπικούρες. Σιγά-σιγά όμως ένα nick και τα γραφόμενά του άρχισαν να τραβούν την προσοχή του. Άρχισε να παρακουθεί τα γραφόμενά της, και σε λίγο καιρό αδημονούσε περιμένοντάς την να μπει στο chat. Ασκούσε επάνω του μια ακαταμάχητη γοητεία, παρόλο που ήταν μεγαλύτερή του 6 χρόνια. Άλλωστε 14 είχε με τη Γιάννα, μόνο έξι; Τσικό!
Η έλξη που ένιωθε ο Λευτέρης ήταν ιδιαίτερα περίεργη, ακατανόητη. «Πως γίνεται αυτό; Μπορεί ένας άνθρωπος να νιώσει έλξη, από μερικές αράδες σε ένα chat; Αυτό είναι παρανοϊκό, ούτε καν την έχω δει, ούτε καν την φωνή της δεν ξέρω... Περίεργα πράγματα». Ο Λευτέρης είχε φτάσει σε ένα σημείο όπου ενώ είχε ψαρέψει με το σπαθί του, κάποιες κοπέλες από το chat και είχε βγει μαζί τους να καταλήγει να τους μιλάει διαρκώς γι’ αυτήν. Έφαγε πολλά αναθέματα ο Λευτέρης γι αυτή του συμπεριφορά, αλλά είχε κολλήσει άσχημα. Δεν μπορούσε να βγάλει την σκέψη της από το μυαλό του. Έτσι όταν ανακοινώθηκε πως θα γίνει ενα πάρτι από τα μέλη του chat ο Λευτέρης πήγε ζούμπητος για να μπορέσει να τη δει...
Πρέπει να ήταν μες τους τρεις πρώτους που πήγαν, τόση ανυπομονησία είχε. Είχε αρχίσει να μαζεύεται κόσμος πολύς, είχε αρχίσει να απογοητεύεται, άλλωστε δεν ήξερε κανέναν εκεί και δεν ήθελε να «καρφωθεί» αφού ήξερε άλλωστε πως αυτή είχε δεσμό με κάποιον που έμπαινε κι αυτός στο chat.
Ακόμα δεν το έχει εξηγήσει, αν και σήμερα κάνει κάποιες σκέψεις, αλλά αυτό που συνέβη ήταν ακατανόητο, αλλόκοσμο. Ξαφνικά ένιωσε τη ράχη του να ανατριχιάζει και ενώ καθόταν σκυφτός στο bar γύρισε απότομα και έπεσε το βλέμμα του σε αυτήν, που μόλις έμπαινε μέσα. Την γνώρισε! Και ας μην είχε ιδέα. Ένοιωσε από την πρώτη στιγμή την παρουσία της. «Αυτή είναι η γυναίκα μου», είπε μέσα του μην πιστεύοντας κι ο ίδιος τι λέει. Πήγε κατ’ ευθείαν πάνω της και την χαιρέτησε. Μπροστά στα μάτια του είχε ό,τι πιο όμορφο είχε δει στη ζωή του. Την ερωτεύτηκε με την πρώτη αίσθηση, ούτε καν με την πρώτη ματιά. Είπαν μερικές χαζομάρες, αλλά ήταν τόση η έντασή του και η αμηχανία του που σε λίγη ώρα έφυγε σχεδόν τρέχοντας. Ήθελε να την αγκαλιάσει να την φιλήσει και ότι θέλει ας γίνει. Για πρώτη φορά στη ζωή του είχε ερωτευθεί παράφορα, ανέλπιδα και ανεκλπήρωτα.
Έφυγε πανικόβλητος, χτύπησε 200 στη Κηφισίας είχε χάσει το μυαλό του.
«Δεν είναι δυνατόν, αυτό που συμβαίνει». «Δεν την ξέρεις καν, μόνο σκόρπιες λέξεις σε ένα chat». «Γαμώ το internet και τα chat, αν είναι δυνατόν». Αυτή δεν μπορείς να πεις πως ήταν κάποια κούκλα, ούτε καμμιά δίμετρη, όμως για τον Λευτέρη ήταν ότι πιο ποθητό, ότι πιο όμορφο, ότι πιο οικείο. Ήταν το κομμάτι που έλειπε από μέσα του, ήταν η παρουσία της και μόνο το έναυσμα για να νοιώσει πρωτόγνωρα πράγματα, νέες αισθήσεις που του έδιναν ελπίδα.
«Αγόρι μου, είσαι θεοπάλαβος τελικά. Κόψε τα chat σε χαλάνε και σε επηρεάζουν άσχημα», είπε ο Λευτέρης και διέγραψε το προφίλ του από το chat. «Δεν θα ξαναμπώ εκεί μέσα», είπε και πράγματι έκανε πάνω από ένα μήνα να μπει.
Όμως κάθε μέρα ήταν βασανιστήριο, τώρα που είχε και την μορφή της η σκέψη της τον τρέλλαινε. Ήθελε όλα όσα του είχε «υποσχεθεί», ήθελε για πρώτη φορά στη ζωή του να είναι με έναν άνθρωπο, άρχισε να κάνει σχέδια και όνειρα, που όμως δεν είχαν καμμία βάση καμμία λογική υπόσταση. Στο τέλος δεν άντεξε.
Έμενε ακόμα με τη Γιάννα, αλλά ήδη ήταν αλλού. Την λυπόταν την Γιάννα πέρασαν δύσκολες εποχές μαζί αλλά είχε βρει «τη γυναίκα του». Δεν μπόρεσε να κάνει αλλιώς. «Γιάννα, σε παρακαλώ να φύγεις, προσωρινά, πήγαινε στη μητέρα σου στο χωριό για λίγο καιρό μέχρι να βρω τον εαυτό μου. Πρέπει να δω τι θα κάνω πλέον στη ζωή μου και η παρουσία σου είναι αυτή τη στιγμή κακός σύμβουλος. Α, πες στον γαμπρό σου να σε πάει, με το φορτηγάκι, για να πάρεις μαζί σου ό,τι θες αφού θα μείνεις λίγο καιρό». Η Γιάννα κάτι ψιλιάστηκε, αλλά μάλλον θα σκέφτηκε «οκ, είναι πιεσμένος, άστον να ξεσπάσει, το πολύ-πολυ να βρήκε και μια γκόμενα, του χρειάζεται μια εκτόνωση και μια αυτοεπιβεβαίωση». Τέτοιος άνθρωπος ήταν η Γιάννα. Λέγοντας αυτά τα λόγια όμως ο Λευτέρης ήξερε πολύ καλά τι έκανε. Ήθελε να τελειώσει μαζί της για να μπορέσει να απελευθερωθεί από κάθε εκκρεμότητα και να μπορέσει καθαρός να παρουσιαστεί μπροστά στον έρωτά του. Διέπραξε με αυτή του την πράξη δυο εγκλήματα που τον βαραίνουν μέχρι και σήμερα. Το πρώτο είναι που πάτησε τον όρκο του που της είχε δώσει. «Μου υπόσχεσαι πως όταν μια μέρα τελειώσουμε θα μου επιτρέψεις να φύγω με αξιοπρέπεια;» τον είχε ρωτήσει η Γιάννα, «το υπόσχομαι», είπε ο Λευτέρης. Το δεύτερο είναι πως όταν έκλεισε η επιχείρηση, πολλά από τα χρέη παρέμειναν να βαραίνουν τη Γιάννα. Όπως κι αν το δει κανείς ήταν μια άνανδρη συμπεριφορά, απέναντι σε έναν καλό σύντροφο. Όμως ήταν ερωτευμένος, δεν λειτουργούσε φυσιολογικά. Δεν μπορούσε να περιμένει, δεν ήθελε να χάσει λεπτό από τη στιγμή που θα την έσφιγγε στην αγκαλιά του.
Ξαναγράφτηκε στο chat, με ένα πιο ψαγμένο ψευδώνυμο αυτή τη φορά και με ένα τελείως διαφορετικό πρόσωπο, άρχισε να πρωταγωνιστεί σε αυτό. Είχε μάθει τα κόλπα και τα χρησιμοποιούσε πλέον όλα μαζί. Έκανε τα καλύτερά του προσπαθώντας να τραβήξει την προσοχή της, να την εντυπωσιάσει. Δεν είχε άλλο τρόπο, αφού και δεσμευμένη ήταν αλλά και πως θα μπορούσε στα καλά καθούμενα να της πει «σε θέλω, είμαι τρελλός για σένα!»
Έτσι ο Λευτέρης αφού μοίρασε δεκάδες χυλόπιττες σε όσες τσίμπαγαν από τα καμώματά του στο chat κάποια στιγμή δεν άντεξε και της μίλησε.
—«Ξέρεις, είμαι αυτός που βρεθήκαμε στο πάρτι, τώρα μπαίνω με αυτό το ψευδώνυμο». Αυτό που πήρε ως απάντηση από την άλλη πλευρά τον έκανε να χάσει τον κόσμο κάτω από τα πόδια του. Οι ελπίδες του και το παράξενο του πράγματος, δεν είχαν μόνο βάση, αλλά υπάκουαν και σε κάποιο κοσμικό σχέδιο.
—«Σε αναγνώρισα», του είπε. «Κάποτε είχα κάνει αναδρομή και ήσουν αδελφός μου» του είπε. «Υπάρχει εξήγηση, νάτο είναι καρμικό, είναι κοσμικό, είναι θεόσταλτο, όπως κι αν έχει κάτι είναι εδώ και είναι δυνατό» σκέφτηκε ο Λευτέρης.
Κάπως έτσι ξεκίνησαν όλα... Σε λίγους μήνες είχαν παντρευτεί.
Για πρώτη φορά στη ζωή του ο Λευτέρης, είχε όλα όσα ήθελε. Ήταν ο πιο πλούσιος άνθρωπος του κόσμου. Δεν ήθελε τίποτε άλλο. Τα είχε όλα. Για πρώτη φορά στη ζωή του, ηρέμησε, χαλάρωσε, άρχισε να γελάει, ένιωσε φυσιολογικός, έφυγε η ένταση.
Όχι δεν ήταν όλα μαγικά. Ειδικά τον πρώτο καιρό υπήρχαν εντάσεις, αλλά δεν είχαν νόημα τελικά, αφού αυτή έδινε νόημα στη ζωή του, την ομόρφαινε, ομόρφαινε τον χώρο γύρω της. Ο Λευτέρης για οχτώ χρόνια απόλαυσε την παρουσία της στη ζωή του, έγινε η ίδια του η ζωή. Αφέθηκε ολότελα στα χέρια της αφέθηκε σε μια πρωτόγνωρη ανεμελία. Επιτέλους μετά από 35 χρόνια διαρκούς αγκωμαχητού, βρήκε μια αγκαλιά να μπορέσει να ξεκουραστεί, να γαληνέψει την ψυχή του.
Δυστυχώς όμως πρέπει να θέλουν και οι δύο.Έτσι μετά από οχτώ χρόνια, αυτή τον παράτησε κι έφυγε. Μπορεί να είχε δίκιο, μπορεί να είχε άδικο, μόνο ο χρόνος θα δείξει, αλλά σίγουρα ο Λευτέρης έμαθε ένα μάθημα και την ευχαριστεί για αυτό. Δεν φτάνουν μόνο οι προθέσεις. Τα βάσανά του ο καθένας τα κουβαλάει μόνος του και πρέπει να τα κρατάει για τον εαυτό του. Το αποκούμπι που είχε βρει ο Λευτέρης δεν ήταν αμοιβαίο. Η τελευταία της φράση ήταν «είσαι ανεύθυνος»... πού να ‘ξερες.
Είχε δίκιο. Τελικά γι αυτό ήρθαν κοντά. Αυτό ήταν το μάθημα που έπρεπε να μάθει ο Λευτέρης. Τελικά σε όλη του τη ζωή ήταν «ανεύθυνος». Πάντα καθόριζε τις κινήσεις του μέσα από άλλους, πάντα νοιαζόταν για τους άλλους και σχεδόν πάντα για τους λάθους ανθρώπους και για τους λάθος λόγους. Πάντα αναζητούσε πράγματα ουτοπικά, πράγματα όμορφα, πράγματα που για αυτόν έχουν και θα έχουν αξία. Είναι, ναι είναι ανεύθυνος γιατί τόλμησε να αγαπήσει να λατρέψει τον άνθρωπο με όλα του τα ελαττώματα και τις ελλείψεις... ναι είναι «ανεύθυνος» γιατί μπόρεσε και είπε «σ’ αγαπώ».

--------

Αυτό ήταν το μικρό βιβλίο της ζωής μου. Αν ποτέ εσύ που βρέθηκες εδώ και είχες τη διάθεση να το διαβάσεις, έμαθες την μικρή μου ιστορία. Μια ιστορία απατηλή και ψεύτική που μόνο εδώ στον απατηλό κόσμο του διαδικτύου έχει θέση.
Αν αναρωτιέσαι για μένα, ξεκίνησα το νεό μου βιβλίο, ο πρωταγωνιστής λέγεται Μιχάλης και αυτό το βιβλίο θα μείνει για πάντα δικό μου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου