Πέμπτη 25 Μαρτίου 2010

Κεφάλαιο έβδομο

Ο Λευτέρης αν και «παλιοσειρά» σε θέματα υπολογιστών, δεν είχε σχεδόν καμία σχέση με τα διαδικτυακά δρώμενα, παρόλο που το χρησιμοποιούσε για την δουλειά του και παρόλο που πριν καν ξεκινήσει το internet έμπαινε στις λεγόμενες τότε βάσεις.
Έτσι μια μέρα με έναν συνεργάτη του ο οποίος έφτιαχνε διαφημιστικά δώρα, έκαναν μια αναζήτηση για μολύβια. Ένα από τα αποτελέσματα τους φάνηκε περίεργο και μπήκαν να δουν τι είναι αυτό.
Ήταν ένα ροζ πράμα, πολύ ροζ, υπερβολικά πολύ, που έλεγε κάτι του τύπου «30.000 γυναίκες σε περιμένουν». Ε, δυο αρσενικοί μαζί έπραξαν τα δέοντα και μπήκαν. «Ρε, συ εκεί που λέει chat, ξέρεις τι είναι;», «όχι, πάτα το να μάθουμε». Έτσι ο Λευτέρης μπήκε για πρώτη φορά στο chat. Η πρώτη εντύπωση ήταν τρομακτική, γραμμές κειμένων έτρεχαν σαν τρελλές, ασύνδετες και ασυνάρτητες φράσεις, ήταν παρανοϊκό και έκλεισαν το παράθυρο αμέσως λέγοντας «ρε τι είναι αυτοί εκεί μέσα». Όμως ήταν και περίεργος. Έτσι γυρνώντας σπίτι του, έκανε μια εγγραφή στο εν λόγω site, με ένα χαζό nick και άρχισε να παρακολουθεί τα γραφόμενα. Εντυπωσιάστηκε από αυτό που είδε και διαπίστωσε. Είδε νέους κώδικες συμπεριφοράς, είδε τι μπορεί να πει ή μάλλον να δείξει ένας άνθρωπος κρυμμένος πίσω από ένα ψευδώνυμο. Δεν ήταν μόνο οι αδελφές που τον είχαν ριμάξει στα πριβέ αλλά έβλεπε τις διάφορες φυλές να αναπτύσουν τους δικούς τους κώδικες επικοινωνίας. Παρακουθούσε για αρκετό καιρό βουβός, χωρίς να γράφει μέχρι να μπορέσει να αποκωδικοποιήσει, αυτά που έβλεπε. Δεν του πήρε πολύ καιρό και άρχισε να βλέπει πίσω από τις λέξεις, άρχισε να αντιλαμβάνεται την μοναξιά πολλών από εκεί, την απελπισία ανέραστων κυριών, το υπερβολικό δήθεν που πούλαγαν όλοι αναμεταξύ τους. Είχε αρχίσει να εντοπίζει τους κυνηγούς, τους λύκους, τους τσοπαναραίους και τα πρόβατα... Άρχισε λοιπόν δειλά-δειλα να γράφει τις πρώτες του λέξεις: «Καλημέρα», «Καλησπέρα» και παρόμοιες τυπικούρες. Σιγά-σιγά όμως ένα nick και τα γραφόμενά του άρχισαν να τραβούν την προσοχή του. Άρχισε να παρακουθεί τα γραφόμενά της, και σε λίγο καιρό αδημονούσε περιμένοντάς την να μπει στο chat. Ασκούσε επάνω του μια ακαταμάχητη γοητεία, παρόλο που ήταν μεγαλύτερή του 6 χρόνια. Άλλωστε 14 είχε με τη Γιάννα, μόνο έξι; Τσικό!
Η έλξη που ένιωθε ο Λευτέρης ήταν ιδιαίτερα περίεργη, ακατανόητη. «Πως γίνεται αυτό; Μπορεί ένας άνθρωπος να νιώσει έλξη, από μερικές αράδες σε ένα chat; Αυτό είναι παρανοϊκό, ούτε καν την έχω δει, ούτε καν την φωνή της δεν ξέρω... Περίεργα πράγματα». Ο Λευτέρης είχε φτάσει σε ένα σημείο όπου ενώ είχε ψαρέψει με το σπαθί του, κάποιες κοπέλες από το chat και είχε βγει μαζί τους να καταλήγει να τους μιλάει διαρκώς γι’ αυτήν. Έφαγε πολλά αναθέματα ο Λευτέρης γι αυτή του συμπεριφορά, αλλά είχε κολλήσει άσχημα. Δεν μπορούσε να βγάλει την σκέψη της από το μυαλό του. Έτσι όταν ανακοινώθηκε πως θα γίνει ενα πάρτι από τα μέλη του chat ο Λευτέρης πήγε ζούμπητος για να μπορέσει να τη δει...
Πρέπει να ήταν μες τους τρεις πρώτους που πήγαν, τόση ανυπομονησία είχε. Είχε αρχίσει να μαζεύεται κόσμος πολύς, είχε αρχίσει να απογοητεύεται, άλλωστε δεν ήξερε κανέναν εκεί και δεν ήθελε να «καρφωθεί» αφού ήξερε άλλωστε πως αυτή είχε δεσμό με κάποιον που έμπαινε κι αυτός στο chat.
Ακόμα δεν το έχει εξηγήσει, αν και σήμερα κάνει κάποιες σκέψεις, αλλά αυτό που συνέβη ήταν ακατανόητο, αλλόκοσμο. Ξαφνικά ένιωσε τη ράχη του να ανατριχιάζει και ενώ καθόταν σκυφτός στο bar γύρισε απότομα και έπεσε το βλέμμα του σε αυτήν, που μόλις έμπαινε μέσα. Την γνώρισε! Και ας μην είχε ιδέα. Ένοιωσε από την πρώτη στιγμή την παρουσία της. «Αυτή είναι η γυναίκα μου», είπε μέσα του μην πιστεύοντας κι ο ίδιος τι λέει. Πήγε κατ’ ευθείαν πάνω της και την χαιρέτησε. Μπροστά στα μάτια του είχε ό,τι πιο όμορφο είχε δει στη ζωή του. Την ερωτεύτηκε με την πρώτη αίσθηση, ούτε καν με την πρώτη ματιά. Είπαν μερικές χαζομάρες, αλλά ήταν τόση η έντασή του και η αμηχανία του που σε λίγη ώρα έφυγε σχεδόν τρέχοντας. Ήθελε να την αγκαλιάσει να την φιλήσει και ότι θέλει ας γίνει. Για πρώτη φορά στη ζωή του είχε ερωτευθεί παράφορα, ανέλπιδα και ανεκλπήρωτα.
Έφυγε πανικόβλητος, χτύπησε 200 στη Κηφισίας είχε χάσει το μυαλό του.
«Δεν είναι δυνατόν, αυτό που συμβαίνει». «Δεν την ξέρεις καν, μόνο σκόρπιες λέξεις σε ένα chat». «Γαμώ το internet και τα chat, αν είναι δυνατόν». Αυτή δεν μπορείς να πεις πως ήταν κάποια κούκλα, ούτε καμμιά δίμετρη, όμως για τον Λευτέρη ήταν ότι πιο ποθητό, ότι πιο όμορφο, ότι πιο οικείο. Ήταν το κομμάτι που έλειπε από μέσα του, ήταν η παρουσία της και μόνο το έναυσμα για να νοιώσει πρωτόγνωρα πράγματα, νέες αισθήσεις που του έδιναν ελπίδα.
«Αγόρι μου, είσαι θεοπάλαβος τελικά. Κόψε τα chat σε χαλάνε και σε επηρεάζουν άσχημα», είπε ο Λευτέρης και διέγραψε το προφίλ του από το chat. «Δεν θα ξαναμπώ εκεί μέσα», είπε και πράγματι έκανε πάνω από ένα μήνα να μπει.
Όμως κάθε μέρα ήταν βασανιστήριο, τώρα που είχε και την μορφή της η σκέψη της τον τρέλλαινε. Ήθελε όλα όσα του είχε «υποσχεθεί», ήθελε για πρώτη φορά στη ζωή του να είναι με έναν άνθρωπο, άρχισε να κάνει σχέδια και όνειρα, που όμως δεν είχαν καμμία βάση καμμία λογική υπόσταση. Στο τέλος δεν άντεξε.
Έμενε ακόμα με τη Γιάννα, αλλά ήδη ήταν αλλού. Την λυπόταν την Γιάννα πέρασαν δύσκολες εποχές μαζί αλλά είχε βρει «τη γυναίκα του». Δεν μπόρεσε να κάνει αλλιώς. «Γιάννα, σε παρακαλώ να φύγεις, προσωρινά, πήγαινε στη μητέρα σου στο χωριό για λίγο καιρό μέχρι να βρω τον εαυτό μου. Πρέπει να δω τι θα κάνω πλέον στη ζωή μου και η παρουσία σου είναι αυτή τη στιγμή κακός σύμβουλος. Α, πες στον γαμπρό σου να σε πάει, με το φορτηγάκι, για να πάρεις μαζί σου ό,τι θες αφού θα μείνεις λίγο καιρό». Η Γιάννα κάτι ψιλιάστηκε, αλλά μάλλον θα σκέφτηκε «οκ, είναι πιεσμένος, άστον να ξεσπάσει, το πολύ-πολυ να βρήκε και μια γκόμενα, του χρειάζεται μια εκτόνωση και μια αυτοεπιβεβαίωση». Τέτοιος άνθρωπος ήταν η Γιάννα. Λέγοντας αυτά τα λόγια όμως ο Λευτέρης ήξερε πολύ καλά τι έκανε. Ήθελε να τελειώσει μαζί της για να μπορέσει να απελευθερωθεί από κάθε εκκρεμότητα και να μπορέσει καθαρός να παρουσιαστεί μπροστά στον έρωτά του. Διέπραξε με αυτή του την πράξη δυο εγκλήματα που τον βαραίνουν μέχρι και σήμερα. Το πρώτο είναι που πάτησε τον όρκο του που της είχε δώσει. «Μου υπόσχεσαι πως όταν μια μέρα τελειώσουμε θα μου επιτρέψεις να φύγω με αξιοπρέπεια;» τον είχε ρωτήσει η Γιάννα, «το υπόσχομαι», είπε ο Λευτέρης. Το δεύτερο είναι πως όταν έκλεισε η επιχείρηση, πολλά από τα χρέη παρέμειναν να βαραίνουν τη Γιάννα. Όπως κι αν το δει κανείς ήταν μια άνανδρη συμπεριφορά, απέναντι σε έναν καλό σύντροφο. Όμως ήταν ερωτευμένος, δεν λειτουργούσε φυσιολογικά. Δεν μπορούσε να περιμένει, δεν ήθελε να χάσει λεπτό από τη στιγμή που θα την έσφιγγε στην αγκαλιά του.
Ξαναγράφτηκε στο chat, με ένα πιο ψαγμένο ψευδώνυμο αυτή τη φορά και με ένα τελείως διαφορετικό πρόσωπο, άρχισε να πρωταγωνιστεί σε αυτό. Είχε μάθει τα κόλπα και τα χρησιμοποιούσε πλέον όλα μαζί. Έκανε τα καλύτερά του προσπαθώντας να τραβήξει την προσοχή της, να την εντυπωσιάσει. Δεν είχε άλλο τρόπο, αφού και δεσμευμένη ήταν αλλά και πως θα μπορούσε στα καλά καθούμενα να της πει «σε θέλω, είμαι τρελλός για σένα!»
Έτσι ο Λευτέρης αφού μοίρασε δεκάδες χυλόπιττες σε όσες τσίμπαγαν από τα καμώματά του στο chat κάποια στιγμή δεν άντεξε και της μίλησε.
—«Ξέρεις, είμαι αυτός που βρεθήκαμε στο πάρτι, τώρα μπαίνω με αυτό το ψευδώνυμο». Αυτό που πήρε ως απάντηση από την άλλη πλευρά τον έκανε να χάσει τον κόσμο κάτω από τα πόδια του. Οι ελπίδες του και το παράξενο του πράγματος, δεν είχαν μόνο βάση, αλλά υπάκουαν και σε κάποιο κοσμικό σχέδιο.
—«Σε αναγνώρισα», του είπε. «Κάποτε είχα κάνει αναδρομή και ήσουν αδελφός μου» του είπε. «Υπάρχει εξήγηση, νάτο είναι καρμικό, είναι κοσμικό, είναι θεόσταλτο, όπως κι αν έχει κάτι είναι εδώ και είναι δυνατό» σκέφτηκε ο Λευτέρης.
Κάπως έτσι ξεκίνησαν όλα... Σε λίγους μήνες είχαν παντρευτεί.
Για πρώτη φορά στη ζωή του ο Λευτέρης, είχε όλα όσα ήθελε. Ήταν ο πιο πλούσιος άνθρωπος του κόσμου. Δεν ήθελε τίποτε άλλο. Τα είχε όλα. Για πρώτη φορά στη ζωή του, ηρέμησε, χαλάρωσε, άρχισε να γελάει, ένιωσε φυσιολογικός, έφυγε η ένταση.
Όχι δεν ήταν όλα μαγικά. Ειδικά τον πρώτο καιρό υπήρχαν εντάσεις, αλλά δεν είχαν νόημα τελικά, αφού αυτή έδινε νόημα στη ζωή του, την ομόρφαινε, ομόρφαινε τον χώρο γύρω της. Ο Λευτέρης για οχτώ χρόνια απόλαυσε την παρουσία της στη ζωή του, έγινε η ίδια του η ζωή. Αφέθηκε ολότελα στα χέρια της αφέθηκε σε μια πρωτόγνωρη ανεμελία. Επιτέλους μετά από 35 χρόνια διαρκούς αγκωμαχητού, βρήκε μια αγκαλιά να μπορέσει να ξεκουραστεί, να γαληνέψει την ψυχή του.
Δυστυχώς όμως πρέπει να θέλουν και οι δύο.Έτσι μετά από οχτώ χρόνια, αυτή τον παράτησε κι έφυγε. Μπορεί να είχε δίκιο, μπορεί να είχε άδικο, μόνο ο χρόνος θα δείξει, αλλά σίγουρα ο Λευτέρης έμαθε ένα μάθημα και την ευχαριστεί για αυτό. Δεν φτάνουν μόνο οι προθέσεις. Τα βάσανά του ο καθένας τα κουβαλάει μόνος του και πρέπει να τα κρατάει για τον εαυτό του. Το αποκούμπι που είχε βρει ο Λευτέρης δεν ήταν αμοιβαίο. Η τελευταία της φράση ήταν «είσαι ανεύθυνος»... πού να ‘ξερες.
Είχε δίκιο. Τελικά γι αυτό ήρθαν κοντά. Αυτό ήταν το μάθημα που έπρεπε να μάθει ο Λευτέρης. Τελικά σε όλη του τη ζωή ήταν «ανεύθυνος». Πάντα καθόριζε τις κινήσεις του μέσα από άλλους, πάντα νοιαζόταν για τους άλλους και σχεδόν πάντα για τους λάθους ανθρώπους και για τους λάθος λόγους. Πάντα αναζητούσε πράγματα ουτοπικά, πράγματα όμορφα, πράγματα που για αυτόν έχουν και θα έχουν αξία. Είναι, ναι είναι ανεύθυνος γιατί τόλμησε να αγαπήσει να λατρέψει τον άνθρωπο με όλα του τα ελαττώματα και τις ελλείψεις... ναι είναι «ανεύθυνος» γιατί μπόρεσε και είπε «σ’ αγαπώ».

--------

Αυτό ήταν το μικρό βιβλίο της ζωής μου. Αν ποτέ εσύ που βρέθηκες εδώ και είχες τη διάθεση να το διαβάσεις, έμαθες την μικρή μου ιστορία. Μια ιστορία απατηλή και ψεύτική που μόνο εδώ στον απατηλό κόσμο του διαδικτύου έχει θέση.
Αν αναρωτιέσαι για μένα, ξεκίνησα το νεό μου βιβλίο, ο πρωταγωνιστής λέγεται Μιχάλης και αυτό το βιβλίο θα μείνει για πάντα δικό μου.

Κεφάλαιο έκτο

Τα πρώτα χρόνια τα πράγματα ήταν, παρ’ όλες τις αναπάντεχες βοήθειες, αρκετά δύσκολα. Αλλά σε ένα ελεγχόμενο επίπεδο. Ο Λευτέρης, είχε πολλά κενά που προσπαθούσε να καλύψει. Έτσι είχε αφοσιωθεί ολότελα στη δουλειά του την έχψανε διαρκώς, ανέλυε σε βάθος κάθε τι που έπεφτε στα χέρια του, ήθελε και εδώ να είναι πρώτος να γίνει ο καλύτερος. Έφτασε μέχρι του σημείου να πηγαίνει λάθρα στα ΤΕΙ στο Αιγάλεω και να παρακολουθουθεί μαθήματα. Το ανέκδοτο «γιατί μπαμπά» ήταν το μοτό του, αφού είχε σπάσει σε όλους τα νεύρα, ρώταγε, ρώταγε, ρώταγε, ασταμάτητα, απαιτούσε να του δείχνουν επακριβώς αν δεν καταλάβαινε. Ήθελε να μάθει τα πάντα για τον νέο του κόσμο. Βέβαια είχε βάλει λάθος στόχους ή μάλλον σωστοί ήταν αλλά λίγο περιορισμένοι. Ήθελε να φτιάξει μια επειχείρηση όπως ο ίδιος την είχε ονειρευτεί, ήθελε να αποκτήσει το σύνολο της γνώσης που έχει ο χώρος και ελάχιστα είχε σκεφτεί το εμπορικό κομμάτι. Έτσι ήταν εύκολο να μπλέξει με λαμόγια και απατεώνες, αλλά τελικά δεν βγήκε χαμένος παρά τις απώλειες «έφτιαξα χαρακτήρα» λέει και σήμερα και πλέον τους οσμίζεται από μακρυά. «Πληρώνεις, μαθαίνεις!»
Πήρε ρίσκα πολλά, κάποια βγήκαν κάποια όχι. Όταν έχεις να ανταγωνιστείς μεγαθήρια αν μη τι άλλο πρέπει να είσαι δημιουργικός, έτσι παρά τις φλούδες που πάτησε πήγε καλά. Πολύ καλά, κάποια στιγμή είχε πάγιο εξοπλισμό σχεδόν πεντακοσίων εκατομυρίων με ανάλογους τζίρους.
Πριν φτάσει όμως εκεί είχε κάνει ένα μικρό διάλειμμα. Ή μάλλον είχε την άνεση να κάνει κάποια ιδιαίτερα πράγματα. Έτσι γνώρισε τον Παναγιώτη. Ο Παναγιώτης ήταν από τους θεωρητικούς του αναρχισμού, τον σέβονταν στα Εξάρχεια και μάλιστα σε αυτόν οφείλει πολλές από τις γνωριμίες που απόκτησε από τον εκδοτικό χώρο ο Λευτέρης. Μην ακούτε αναρχικός και φέρνετε στο μυαλό σας μολότωφ και βιτρίνες. Για τον Μπακούνιν μίλαγε ο άνθρωπος και για μία υγιή αυτοδιαχείριση και αυτοδιάθεση των λαών. Ειδικά σήμερα με αυτά που συμβαίνουν θα έπρεπε όλοι τουλάχιστον να διαβάσουν μερικά από τα «θεωρητικά» κείμενα και θα καταλάβουν πάρα πολλά από όσα συμβαίνουν.
Συνεργάστηκαν για λίγο διάστημα μαζί, έως ότου ο Παναγιώτης βρήκε μια δουλειά ως δημοσιογράφος σε ειδικό έντυπο, ενός μεγάλου ομίλου. Παράλληλα μεσολάβησε ώστε να αναλάβει την κατασκευή του εντύπου ο Λευτέρης. Έτσι ο Λευτέρης είχε την δυνατότητα μαζί με τον Παναγιώτη, να κάνει κάποια ιδιαίτερα ταξίδια στο εξωτερικό, να γνωρίσει πολλούς ανθρώπους, μαχητές και αγωνιστές της Ελευθερίας που αποτέλεσαν γι αυτόν πραγματικά υποδείγματα αξιοπρέπειας, θέλησης και τρανά παραδείγματα στάσης ζωής. Έτσι αν και μπορεί να ακούγονται τσιτάτα παρόλα αυτά, συνθήματα όπως «Ιντιφάντα» και «Fuck the Coca, fuck the pizza, all we need is Sljivovica!» απέκτησαν μια άλλη διάσταση και έκαναν τον Λευτέρη να δει με μια πανανθρώπινη ματιά τις ανικανοποίητες ανάγκες των ανθρώπων αλλά και το μεγαλείο που μπορεί να επιδείξει ο κάθε κατατρεγμένος. Η ζωή του άλλαξε για άλλη μια φορά ύστερα από αυτές τις διαπιστώσεις.
Νέα ερωτήματα ξεπρόβαλαν και άρχισαν να τον βασανίζουν. Από τότε πάσχιζε να βρει μια λογική άκρη και για ποιο λόγο ο κόσμος έχει αυτά τα χάλια. Χρόνια μετά βρήκε κάποιες απαντήσεις που τον ικανοποιούν. Σύμφωνα με τον δικό του τρόπο σκέψης και την δική του λογική.
Μέσα από πολύ αγώνα, πολύ δουλειά, ο Λευτέρης λοιπόν είχε στήσει την επιχείρισή του, η οποία μεγάλωνε διαρκώς. Μεγάλωνε η πελατεία, ο εξοπλισμός αύξανε, οι υπάλληλοί το ίδιο. Υπήρχε όμως ένα πρόβλημα, που όπως φάνηκε στην πορεία ήταν πολύ-πολύ σοβαρό. Επειδή είχε τα προηγούμενα χρέη από την εποχή της Μαρίας, τα πάντα τα είχε στο όνομα της Γιάννας. Δυστυχώς ποτέ δεν ασχολήθηκε να τακτοποιήσει κάποια πράγματα, αδιαφόρησε σε πολλές περιπτώσεις, αφού η χαρά της δημιουργίας τον είχε συνεπάρει, τον ένοιαζε μόνο η ανάπτυξη της επιχείρισης και οτιδήποτε άλλο το θεωρούσε απλό χάσιμο χρόνου. Παιδιάστικη αντίληψη αλλά...
«Ποτέ δεν θα πεθάνουμε, κουφάλα νεκροθάφτη», έλεγε πιστεύοντας πως έχει όλο το χρόνο δικό του. Και συνέχιζε να δουλεύει σαν το σκυλί. Το 18ώρο ήταν το σύνηθες, πολλές φορές κοιμόταν στο μαγαζί για να είναι εκεί το βράδυ να αλλάξει τις κασέτες που γέμιζαν και να τις βάζει στο εμφανιστήριο. Αυτό γινόταν για χρόνια. Είχε γίνει ακόμα μια ιδιόρρυθμη φυλακή, που είχε μπει με τη θέλησή του ο Λευτέρης, αυτοτιμωρούμενος θα έλεγε κανείς για τα παλιά του πεπραγμένα. Είχε αυτοπεριοριστεί υπερβολικά. Όσο καλά κι αν πήγαινε η δουλειά, δεν ήταν τα χρήματα που τον ένοιαζαν, ποτέ δεν τον ένοιαξαν, τόσο ο ίδιος φυλακιζόταν.
Κάποια στιγμή η δημιουργία είχε χαθεί. Η χαρά της γνώσης από καιρό είχε πάψει να υπάρχει. Δούλευαν άλλοι γι αυτόν... Η επιχείρηση είχε γίνει ένα απέραντο λογιστήριο. Έσοδα, έξοδα, υποχρεώσεις, μισθοί, ΙΚΑ, ΤΕΒΕ, προμηθευτές, εισπράξεις, υπόλοιπα, διακανονισμοί, υπερωρίες, τριπλοβάρδιες... Είχε γίνει κανονικό δημόσιο. Δεν ήταν πλέον η δουλειά που είχε πασχίσει να χτίσει. Ήταν ένα σχεδόν απρόσωπο μέρος και το χειρότερο με άγνωστες σε πολλές περιπτώσεις φάτσες.
Είχε αρχίσει να πνίγεται. Στο σπίτι τα πράγματα ακόμα χειρότερα. Σιγά-σιγά είχε φορτωθεί όλη την οικογένεια της Γιάννας. Οχτώ μήνες το χρόνο φιλοξενούσε την άρρωστη μητέρα της. Εξαιρετικός άνθρωπος μεν, αλλά δεν έχανε την ευκαιρία να δείχνει την δυσφορία της που ο Λευτέρης δεν είχε παντρευτεί μετά από τόσα χρόνια την κόρη της... μύριζε και το σπίτι φαρμακίλα την γνωστή μυρωδιά που βάφει ένας γέρος ένα σπίτι. Παράλληλα είχε γίνει τεράστιο φόρτωμα, σε επίπεδο να γίνεις εγκληματίας, η ημίτρελλη αδελφή της Γιάννας. Έμενε εκεί, έτρωγε εκεί, και τους πήγαινε όλους «εμπλοκή». Σαν να μην έφτανε αυτό και τα παιδιά της ήταν συνεχώς εκεί, να τρώνε να πίνουν και ότι άλλο βάλει ο νους σας. Ο Λευτέρης είχε ξαναβρεθεί μόνος και σε αδιέξοδο. Αυτή η ζωή πλέον δεν είχε κάτι να του προσφέρει.
Το κερασάκι στην τούρτα ή μάλλον ή ώρα που αποφάσισε τι πρέπει να κάνει ήταν όταν πήγαινε ένα βράδυ, μετα τη δουλειά, γύρω στις τέσσερεις το πρωί, στο αγαπημένο του μέρος, το ησυχαστήριο του. Λίγο πριν τον «Μύθο» στο Καβούρι υπήρχε μια καντινούλα. Εκεί λοιπόν τα παιδιά που το είχαν άφηναν εκτός από τις καρεκλίτσες, όπου την έβαζες μέσα στη θάλασσα και άραζες ευχάριστα αποφορτιζόμενος από τα της ημέρας, άφηναν και το ραδιοφωνάκι ανοιχτό για να έχουν μουσική η ξενύχτηδες.
Εκείνο το βράδυ λοιπόν, ο Λευτέρης πάλι είχε πιεί πολύ και άμα σε θέλει, δεν πρόσεξε πως έφυγε με σκασμένο λάστιχο από γραφείο, έτσι κατεβαίνοντας «μαλλιά» την Βουλιαγμένης, έπεσε πάνω σε ένα εκκλησάκι, τα μπαλώματα φαίνονται και σήμερα σχεδόν δέκα χρόνια μετά, όπου έπαθε σοβαρή ζημιά στη μέση. Πρέπει να έμεινε πάνω από δυο μήνες στο κρεββάτι πριν μπορέσει να σταθεί όπως-όπως στα πόδια του.
Αυτούς τους δύο μήνες η επιχείρισή του ρήμαξε. Η Γιάννα δεν το είχε. Δεν μπορούσε να κουμαντάρει, ούτε να ελέγξει, ούτε τους υπαλλήλους ούτε τη ροή της εργασίας.
Υπάλληλοι, έπαιρναν δικούς τους όσους πελάτες μπορούσαν. Άλλοι έβγαζαν τις δουλειές τους στο μαγαζί, χρεώνοντας την επιχείρηση με μεγάλα ποσά από τα υλικά που κατανάλωναν. Χάθηκαν και πράγματα. Όταν ο Λευτέρης αντίκρυσε αυτή την κατάσταση, θέλησε να την τελειώσει άμεσα. Για να ξεφύγει από αυτή την κατάσταση δύο μόνο λύσεις είχε. Ή να κάνει το αμέσως μεγαλύτερο βήμα, το οποίο ήταν να περάσει σε βιομηχανικό επίπεδο, άρα να αλλάξει περιοχή, μετακόμιση βαρβάτη και πλέον χοντρά δάνεια και όπου πάμε ή... κλείσιμο. Αυτό έπρεπε να γίνει από καιρό, ήδη δεν είχε επάρκεια ρεύματος. Αλλά ήταν προβληματισμένος. Ήταν 35 ετών πλέον, τα δάνεια ήταν οχταετίας «πάλι θα μπω στο λούκι, και όταν βγω στα 43 μου πάλι κάτι παρόμοιο θα πρέπει να κάνω και τότε», σκεφτόταν ο Λευτέρης και που να ήξερε τι του επιφύλασε η ζωή του όταν έφτανε αυτή την ηλικία...
Ο Λευτέρης είχε πάρει την απόφαση του. Η ανάγκη του να ζήσει σαν άνθρωπος πλέον, να ζήσει φυσιολογικά να κάνει πράγματα που κάνει όλος ο κόσμος, να έχει φίλους, από αυτούς που σε επισκέπτονται στο σπίτι, και μιλάτε λέγωντας απλά μπαρούφες. Αυτούς που σε παίρνουν στη γιορτή σου, ή απλά να σου πουν «ένα γεια, τι κάνεις». Ήθελε να αρχίσει πάλι να διαβάζει, να κάνει πράγματα που τον ευχαριστούν.
Ήταν κουρασμένος, μέσα-έξω, είχε βαρεθεί τους πάντες και τα πάντα. Δεν είχε πλάκα πια, έπρεπε να το πάρει αλλιώς.
Έκλεισε με συνοπτικές διαδικασίες το μαγαζί. Πέταξε την αδελφή της Γιάννας κλωτσηδόν από το σπίτι, η μητέρα της πήγε πίσω στο χωριό που έμενε και ο Λευτέρης ξεκίνησε έναν νέο κύκλο ζωής... όμως δεν τα είχε υπολογίσει καλά και πολύ σύντομα αυτός ο κύκλος θα έπαιρνε άλλες διαστάσεις.

Μουσικό διάλλειμα

Ακόμα ένα μουσικό διάλειμμα
The messiah will come again...

http://www.youtube.com/watch?v=On5372UztI0

Κεφάλαιο Πέμπτο

Ο Λευτέρης είχε πλέον μολυνθεί με το μικρόβιο των εκδόσεων. Του άρεσαν όλα τα στάδια της παραγωγής, από την φωτοσύνθεση μέχρι την παραγωγή διαφήμισης. Τα έκανε όλα και με μεγάλη ευχαρίστηση. Συγκέντρωσε αρκετά χρήματα από τις διαφημίσεις, αλλά και από την διανομή που έκανε μόνος του τού περιοδικού σε επιλεγμένα σημεία —ήδη είχε ξεκινήσει και ένα μικρό διαφημιστικό γραφείο— που λίγο καιρό αργότερα του φάνηκαν χρήσιμα, όταν μπλέχτηκε για λίγο με ένα εξαιρετικό μαγαζί που είχε ζωντανή μουσική rock και rhythm & blues. Ήταν μια πολύ ενδιαφέρουσα περίοδος, αφού το πρώτο jam έγινε σε αυτό το μαγαζί. Και δεν jamαρε όποιος όποιος... Κελαηδόνης, Γιοκαρίνης, Ζούγας, όλοι πέρασαν από κει και όλοι είχαν κάτι να παίξουν. Ο Λευτέρης παραχωρούσε τη δυνατότητα σε μουσικούς να δείξουν τις δυνατότητές τους ή έστω να βγάλουν αυτό που είχαν μέσα τους βρε αδελφέ! Μια ιδιαίτερη μορφή ήταν ένα τρομπετίστας, ερχόταν κάθε Πέμπτη με την τρομπέτα του, την έβγαζε τελετουργικά από τη θήκη της, έπαιζε κάνα δίωρο, η μπάντα όλη δική του, έπαιζε για πάρτι του και όταν έκανε το κομμάτι του απλά έφευγε... Ποτέ δεν δέχτηκε ούτε ένα κέρασμα... Ποτέ δεν μίλησε με κανέναν.
Η Μαρία εντωμεταξύ είχε δημιουργήσει ένα αστρολογικό club και μια σχολή αστρολογίας. Το club το είχε αναλάβει ο Λευτέρης, και ήταν γι’ αυτόν ένα τεράστιο ακόμα σχολείο σε ό,τι αφορά τους τρόπους που επινοεί ο άνθρωπος για να καλύψει τις έμφυτες αδυναμίες του και να δικαιολογήσει τα λάθη του. Το 99,99 % όσων ήταν εκεί και ήταν πάρα πολλοί, δεν είχαν πάει για να πάρουν κάποια ανώτερη γνώση... Πήγαν μόνο και μόνο για ρίξουν τις ευθύνες τους στον «γενέθλιο Κρόνο ή Πλούτωνα» ή στην κακή ημερομηνία γέννησης. Έτσι όλοι όλο και κάτι θα έβρισκαν για να δικαιολογήσουν την αποτυχημένη ζωή τους.
Ο Λευτέρης, συνέχιζε να πίνει, συνέχιζε να ξενυχτάει περισότερο όμως από συνήθεια, ήταν τρόπος ζωής πλέον παρά ανάγκη.
Είχε αρχίσει ήδη πριν καν πάει να υπηρετήσει τη μαμά πατρίδα να κυκλοφορεί με σιμέκο ή αλουντρόξ στην κωλότσεπη αφού το στομάχι του ήδη είχε ζοριστεί υπερβολικά.
Είχε έρθει η ώρα πλέον να πάει φαντάρος.
Ωραία ζωή! Λούφα και παραλλαγή κανονικά. Μία περίοδος που ο Λευτέρης ακόμα θυμάται με νοσταλγία. Για όσο υπηρέτησε και όπως υπηρέτησε. Διακοπές διαρκείας... Τους είχε τρελλάνει όλους, τους καραβανάδες, αλλά όλοι παρ’ όλα όσα τους έκανε τον έβλεπαν με συμπάθεια. Κοπάνα είκοσι ημερών από τη Λήμνο; Δύο μέρες άγνοια δήλωσε ο διοικητής γιατί γούσταρε τον κινηματογραφικό τρόπο της κοπάνας! Στη Σάμο; Τουρίστα τάγματος τον αποκάλεσε ο διοικητής και έβαλε το τάγμα να παρουσιάσει όπλα κατά την είσοδό του μετά από μία από τις ιστορικές του άδειες. Έσπαγε μεγάλη πλάκα ο Λευτέρης, δυστυχώς δεν τον άφηναν να τελειώσει φυσιολογικά το στρατιωτικό του και έτσι το έκανε σε τρεις δόσεις! Υπήρχε ένας τρελλίατρος στο 401, Ταρασίδης το όνομά του αν δεν κάνω λάθος, που έδωσε δύο αναβολές στον Λευτέρη και ακόμα θα έχει να τις θυμάται.
Την πρώτη αναβολή την πήρε και ποιός δεν θα την έπαιρνε, όταν η καλή του η μάνα, του έστειλε εξώδικο να της παραδόσει τα κλειδιά του μικρού σπιτιού που του είχε παραχωρήσει και τα κλειδιά ενός μικρού αυτοκινήτου που είχε τότε και το χρησιμοποιούσε και ο Λευτέρης. Έφριξαν όλοι όσοι το είδαν, στο στρατό έχουν αυτοκτονήσει πολλοί για λιγότερα και έτσι ο Λευτέρης πήρε την πρώτη αναβολή. Δεν πήγε Αθήνα, πήγε στη Χίο. Εκεί στο σπίτι του πατέρα του, έμεινε περίπου 3 μήνες. Έκανε δουλειές του ποδαριού, δούλεψε ματσακόνι, μεταφορέας, έκανε ψεκασμούς σε ελιές και το βράδυ δούλευε ως dj και barman (ναι και τα δυο μαζί) σε μια μικρή ντισκοτέκ. Μάζεψε κάποια χρηματάκια και ξανακατέβηκε Αθήνα.
Ψιλοέλυσε την παρεξήγηση με τη μάνα του και συνέχισε και πάλι την παλιά του ζωή.

Αυτή λίγο πολύ ήταν η κατάσταση όταν γνώρισε ένα μέλος του Club τη Γιάννα.
Η Γιάννα είχε όλα τα λάθος πράγματα. Όλα! Πρώτα απ όλα η ηλικία της. Δεκατέσσερα ολόκληρα χρόνια μεγαλύτερη από τον Λευτέρη. Ψιλοείχε τσιλιμπουρδίσει με δυο τύπους που ο Λευτέρης δεν χώνευε στο club, άρα ήδη φαινόταν η διαφορετική τους κρίση. Συμμετείχε σε συζητήσεις του τύπου «εγώ δεν είπα τίποτα, αλλά...» ξενέρα απίστευτη. Αυτά τα «δήθεν» και τα «απαπά» πάντα έφερναν και φέρνουν αναγούλα στον Λευτέρη. Άμα είναι να μιλάς, μίλας. Αν φοβάσαι μην σε παρεξηγήσουν άστο καλύτερα κάτσε στ’ αυγά σου. Εκτός των άλλων είχε το μεγαλύτερο κουσούρι, ήταν μέλος του club άρα σίγουρα προβληματική! Έτσι ο Λευτέρης δεν είχε ασχοληθεί μαζί της και αρκούνταν σε ξεπέτες με τα υπόλοιπα νεαρότερα φρούτα του club.
Όλα όμως άλλαξαν ένα απόγευμα που ήρθε καθυστερημένη για ένα μάθημα που παρακολουθούσε. Μπήκε γρήγορα-γρήγορα στο club, έτρεξε στο bar που ήταν ο Λευτέρης και του άφησε μια ψεύτικη εφημεριδούλα με τον τίτλο: «Χρόνια πολλά Λευτέρη» και ένα ακόμα μικρό δωράκι, από αυτά τα ζαχούλικα που σκοπό έχουν να φανερώσουν τη σκέψη... Ένα πεταχτό φιλί στο μάγουλο ένα ζεστό «χρόνια πολλά» και έφυγε τρέχοντας για το μάθημα. Ο Λευτέρης ξαφνιάστηκε. Κανείς μα κανείς δεν θυμήθηκε τη γιορτή του, μόνο η Γιάννα. Εκτίμησε το ενδιαφέρον της, αν και τον παραξένεψε αλλά ως όφειλε το λιγότερο που μπορούσε να κάνει ήταν να της ανταποδώσει με κάποιο τρόπο το δώρο της. Το μόνο που μπορούσε να κάνει εκείνη τη στιγμή ήταν να της φτιάξει τον καφέ και για πρώτη φορά στην ιστορία του club να της τον πάει στην αίθουσα διδασκαλίας. Η Γιάννα εκτίμησε πάρα πολύ αυτή την κίνηση, και μάλλον παρεξήγησε τις προθέσεις. Λίγες μέρες αργότερα γινόταν ένα πάρτι στο club. Πολύς κόσμος, διασημότητες της εποχής όλοι μες την καλή χαρά. Όμως κατά την απουσία του Λευτέρη στα στρατά, κάποια νέα φρούτα είχαν διπλαρώσει τη Μαρία, η οποία φυσικά είχε ξεσαλώσει να λέει τι τραβάει από το γιό της, πόσο δύσκολα τα φέρνει βόλτα μαζί του κλπ, και πόσο δυστυχισμένη είναι που της έλαχε στη ζωή της. Ένας από αυτούς ξεπέρασε όμως τα εσκαμμένα. Είχε ένα στυλάκι και ένα τυπάκι, πολύ «κάπως» και η ειρωνία και η υποτίμηση ξεχύλιζαν. Έτσι πρόκληση την πρόκληση, ο Λευτέρης υποτροπίασε... Τον χτύπησε άσχημα, και όχι μόνο αυτό, αλλά ο καβγάς έγινε δημοσίως, το πάρτι έγινε κουκουβάχατο, πάει η καλή χαρά πάνε όλα... Από τότε ξεκίνησε και μια φήμη από όλους αυτούς τους καλούς ανθρώπους πως ο Λευτέρης δεν ήταν στο στρατό αλλά στη φυλακή γιατί είχε σκοτώσει κάποιον... Αυτό δεν τον ενόχλησε και πολύ γιατί μετά τον είχαν όλοι με το «σεις και με το σας» και τα θηλυκά περιέργως έλκονται από κάτι τέτοιες φήμες.
Όταν καταλάγιασε κάπως ο καβγάς, ο Λευτέρης με την άκρη του ματιού του είδε την Γιάννα. Η Γιάννα είχε σταθεί σε μια γωνία, είχε «καρφωθεί» επάνω του με το βλέμμα της και... έκλαιγε. Έκλαιγε με λυγμούς και τον κοίταζε μες την απορία. Έδειχνε ένα τρομερό ενδιαφέρον και ακόμα μεγαλύτερη στεναχώρια. Ο Λευτέρης σάστισε, ξαφνιάστηκε, ήταν τόσο μεγάλο το ξάφνιασμα που ξέχασε τον καβγά, ηρέμησε και αυτή η στάση της Γιάννας κέρδισε όλο του το ενδιαφέρον.
«Γιατί κλαίς, τι έχεις; Μήπως σου έριξα καμιά αδέσποτη; Σου ζητώ συγγνώμη, αν έγινα κάτι τέτοιο», είπε ο Λευτέρης «Δεν μπορώ να σε βλέπω έτσι, εσένα» είπε και έφυγε προς το ασανσέρ». «Ούπς, αν αυτό δεν σημαίνει πως με βλέπει αλλιώς τότε τι άλλο θα μπορούσε;», σκέφτηκε ο Λευτέρης απορημένος...
Το εξώδικο στο στρατό ο Λευτέρης το έλαβε γιατί η Μαρία είχε ακούσει μια συζήτηση του με μια κοπελίτσα που είχε τότε δεσμό και αφορούσε το σπίτι στη Χίο. Η Μαρία όλο έλεγε στο Λευτέρη, «όλα για σένα τα κάνω», «σπίτια σου έφτιαξα, τι άλλο θες»... Φυσικά το σπίτι ήταν κληρονομιά, η Μαρία απλά το σουλούπωσε λίγο, ενώ ο Λευτέρης πάντα απαντούσε μονότονα: «Χέστηκα για τα σπίτια, εγώ μάνα ήθελα, ή έστω λίγο την αγάπη της». Ψιλά νοήματα βέβαια για τη Μαρία.
Έτσι η λύση που είχε βρεθεί ήταν να πουληθεί το σπιτι στη Χίο, να πάψει και η Μαρία να λέει περί σπιτιών «που έφτιαξε» και φυσικά τα χρήματα δεν ήταν ευκαταφρόνητα. Ο Λευτέρης λοιπόν έπρεπε να πάει στη Χίο να βρει μεσίτη και να συμμαζέψει λίγο το σπίτι και τον κήπο. Τότε έκανε μια σκέψη που θα του άλλαζε όλη του τη ζωή, συθέμελα. Πρότεινε στη Γιάννα να πάνε μαζί για 3-4 μέρες, να κάνει αυτός τις δουλειές του και η Γιάννα να δει και το νησί μιας και δεν είχε ξαναπάει. Δέχτηκε.
Το σπίτι ήταν μεγάλο και υπερβολικά κρύο. Πετρέλαιο δεν υπήρχε, άρα το τζάκι ήταν η μόνη διέξοδος, αλλά ούτε αυτό έφτανε. Έτσι υποχρεωτικό ήταν το εναγκάλιασμα για να βγει το βράδυ. Ένας άντρας και μια γυναίκα, μόνοι, αγκαλιασμένοι... Χμ... Δεν ήθελε και πολύ να προχωρήσουν τα πράγματα. Τη στιγμή που έκαναν έρωτα η Γιάννα του λέει: «Σ’ αγαπώ, σ’ αγαπώ, σ’ αγαπώ...» «Ο Χριστός κι η Παναγία», σκέφτηκε ο Λευτέρης, συνεχίζοντας τη δουλειά του, «αυτή είναι θεοπάλαβη». Δεν είπε τίποτα, όμως είχε την απόλυτη βεβαιότητα πως η Γιάννα ήταν ερωτευμένη μαζί του, υπερβολικά και ακατανόητα όπως έδειχναν τα πράγματα.
Την επόμενη μέρα το σπίτι είχε ζεστάνει κάπως και αποφάσισαν να κοιμηθούν στο κρεββάτι. Εκεί όταν ο Λευτέρης θέλησε να ικανοποιήσει τις ορέξεις του και να επαναλάβει τα χθεσινα, άκουσε το αλησμόνητο: «δεν έχω όρεξη τώρα», «βρε καλή μου βρε κακή μου», τίποτα... «κοίτα, μάλλον δεν ταιριάζουν οι ώρες μας!» «Τελικά είναι θεότρελλη», σκέφτηκε ο Λευτέρης και πήγε μπροστά στο τζάκι να κοιμηθεί. Οι υπόλοιπες μέρες πέρασαν τυπικά και όταν έφτασαν πίσω στον Πειραιά, ο Λευτέρης της ανταπέδωσε τα προσθεσινά με ένα «θα σου τηλεφωνήσω», με τον σωστό τόνο και ύφος που όλοι ξέρουμε τι σημαίνει.
Τρεις μέρες μετά ανακαλύπτει πιασμένο στο λουρί της σέλας της μηχανής του, σε ένα άσχετο μέρος, ένα σημείωμα. «Kiss, Γιάννα». Ξαφνιάστηκε για άλλη μια φορά... «Τι στο καλό θέλει τούτη, γιατί το συνεχίζει;» Θέλοντας λοιπόν να λύσει αυτή την απορία, τα πράγματα εξελίχθηκαν γρήγορα. Ο Λευτέρης είδε στη Γιάννα κάποια ευκαιρία και μια νέα δυναμική. Η Γιάννα θα μπορούσε να είναι το μέσο που θα τον βοηθούσε να ξεφύγει από την κενή και ανώφελη ζωή που έκανε. Έτσι κατά μία έννοια, την χρησιμοποίησε, την εκμεταλλεύτηκε για να αλλάξει σελίδα. Ήταν σοβαρή, κομψή, αρκετά όμορφη. Μορφωμένη, ψαγμένη, συζητήσιμη, μπορούσε να σταθεί παντού. Οκ, είχε ντε φο, εκτός από τα γνωστά, ήταν λίγο αργή για τα γκάζια του Λευτέρη, δεν την έλεγες ακριβώς νοικοκυρά, αλλά ήταν ένας ήρεμος και γαλήνιος άνθρωπος που τελικά σου το πέρναγε κι εσένα.
Γρήγορα η Γιάννα, προσλήφθηκε στο Club, ανέλαβε τη γραμματεία, βοηθούσε στο διαφημιστικό γραφείο του Λευτέρη και σύντομα έμεναν μαζί στο μικρό διαμέρισμά του. Αυτή η νέα πρωτόγνωρη κατάσταση για τον Λευτέρη, του έδινε φτερά. Είχε έναν άνθρωπο να φροντίσει. Έπρεπε να φανεί αντάξιος και ικανός. Είδε με άλλο μάτι τη δουλειά, άρχισε να παίρνει τα πράγματα πιο σοβαρά και να δουλεύει πολλές-πολλές ώρες. Τα ξενύχτια και οι παρέες κόπηκαν σχεδόν μαχαίρι και έπρεπε πλέον να κοιτάξει σοβαρά το μέλλον.
Τη Γιάννα δεν την ερωτεύτηκε, αλλά παρά τα προβλήματα που έσερνε μαζί της, παρά τα ελαττώματά της και σε πολλές περιπτώσεις την ανεπάρκειά της στην πορεία την αγάπησε πολύ. Ήταν ένας πραγματικός σύντροφος, μια πραγματική φίλη. Ένας άνθρωπος με αγνή καρδιά που έσκυβε πάνω στο πρόβλημά σου, για να σε βοηθήσει να το λύσεις και όχι να πει παρόλες για να ικανοποιήσει τον εγωισμό της και την αυταρέσκειά της. Ένας άνθρωπος που πραγματικά αξίζει να γνωρίσει κάποιος και να τον κρατήσει στη ζωή του. Μπορεί να μην είναι σήμερα μαζί όμως δεν έπαψε ποτέ να την σκέφτεται και ακόμα τον βαραίνουν οι τύψεις από κάποια «ανεξόφλητα γραμμάτια» που έχει μαζί της.
Η Μαρία φυσικά ποτέ δεν είδε με καλό μάτι αυτή τη σχέση, ούτε καν που πρόσεξε την αλλαγή του Λευτέρη. Άγαλμα θα έπρεπε να της στήσει. Έτσι άρχισε έναν πόλεμο ανεϋ προηγουμένου. Πρώτα απ’ όλα άρχισε με τα γνωστά για τη Μαρία. Ρουφιανιά όπου, όπως και σε όποιον μπορούσε. Μάλιστα έφτασε στο σημείο να ρίξει και διάφορα «ξεκωλάκια» δίπλα στον γιό της μπας και ξεκολλήσει από τη «γριά».
Μια μάλιστα από αυτές την πλέον προκλητική και περπατημένη, αν και καρακουκλάρα, (εσχάτως έμαθα πως σήμερα είναι ελαφρώς... πατσούρα από τις καταχρήσεις), της έριξε μια τόσο δυνατή μπάτσα που διέσχισε με κωλοτούμπες ένα ολόκληρο μαγαζί. Δε μάσαγε ο Λευτέρης, ήξερε από πουτάνες, στη ψυχή, και ήξερε πως να τους φερθεί.
Αφού αυτά δεν έπιασαν, τότε η Μαρία έβαλε τα μεγάλα μέσα. Τα πολύ μεγάλα που κανένας διαστραμένος νους δεν θα μπορούσε να σκεφτεί. Πόσο μια μάνα για το παιδί της. Από τότε το μέλλον του Λευτέρη υποθηκεύτηκε, τουλάχιστον έως τη στιγμή που γράφονται αυτέ οι σελίδες.
Με λίγα λόγια για να μην πλατιάσουμε με λεπτομέρειες συνέβησαν τα εξής χαριτωμένα. Ο Λευτέρης εκείνη την εποχή είχε καταφέρει να διεισδύσει σε έναν μεγάλο κρατικό Οργανισμό. Κατάφερε τάζοντας αλλά και χρησιμοποιώντας «ειδικούς» ανθρώπους, που έριξαν κυβερνήσεις τότε, (γειά σου Χριστάρα) να εξασφαλίσει απευθείας ανάθεση έργου από τον οργανισμό παρόλο που εκείνη την εποχή μεσουρανούσαν τα γνωστά σκάνδαλα. Υπήρχε όμως ένα τεχνικό πρόβλημα. Η μορφή της εταιρίας που είχε τότε ο Λευτέρης ήταν Ε.Ε. κάτι που για την συγκεκριμένη δουλειά, δεν κάλυπτε τα στάνταρ του Οργανισμού και για να ξεπεραστεί το πρόβλημα μία μόνη γρήγορη λύση υπήρχε. Η δημιουργία Κοινοπραξίας. Ο Λευτέρης για ακόμα μια φορά, κυνηγώντας μάλλονκάποιο του απωθημένο, πρότεινε στη Μαρία να φτιάξουν μαζί την Κοινοπραξία... Λες και δεν ήξερε... Λες και δεν είχε ξαναδεί το έργο... Η Μαρία ανέλαβε δράση. Μεγαλεία, δόξες και τιμές. Διέλυσε με τον χειρότερο τρόπο κάθε επαφή που είχε κάνει ο Λευτέρης, έβαλε στο «κόλπο» αλητήριους τύπους που έκανε παρέα, που έλυναν μάγια μαζί... και βρήκε ευκαιρία να πλησιάσει ανθρώπους που αλλιώς δεν θα είχε καμμία τύχη. Εκδότες και αρχισυντάκτες εφημερίδων μέχρι νέους φερέλπιδες δημοσιογράφους της εποχής, όπως ο Αιμίλιος Λιάτσος. Φυσικά τα πράγματα γρήγορα κατέρρευσαν, αφού ως συνήθως η Μαρία, ήταν τόσο απασχολημένη με τα λούσα και την επίδειξή της που ποτέ δεν ασχολήθηκε σοβαρά με τίποτα. Δεν έμαθε ποτέ της πως η σέσουλα δεν είναι το μόνο εργαλείο και μέσο. Όμως όπως αποδείχτηκε άλλο ήταν που την απασχολούσε.
Την ίδια περίπου εποχή ο σύζυγός της είχε αρρωστήσει σοβαρά από την καρδιά του. Έπρεπε να πάει να χειρουργηθεί στο εξωτερικό. Έτσι αφού η Μαρία «έπρεπε» να τον φροντίζει, μετέφερε το περιοδικό, το club και τη σχολή στον Λευτέρη. Μετέφερε έτσι και όλα τα χρέη που είχαν δημιουργηθεί τα προηγούμενα χρόνια... Την ίδια εποχή πουλήθηκε και το σπίτι της Χίου... ο Λευτέρης πήρε κάποιο χαρτζιλίκι, αφού «υποτίθεται» τα χρήματα θα πήγαιναν για τα χειρουργεία και τα νοσήλεια του άντρα της. Ποιός άνθρωπος θα έλεγε όχι; Ο Λευτέρης δεν το είπε.
Αφού η συνεργασία με τον κρατικό οργανισμό χάλασε, και τα χρέη βάραιναν τον Λευτέρη πλέον, ο οποίος δεν είχε σαφή εικόνα ξέσπασε η καταστροφική μανία της Μαρίας. Άρχισε να ενημερώνει όλους τους συνεργάτες, πως ο γιός της τής πήρε με το «έτσι θέλω» τη δουλειά, την πέταξε έξω αυτήν και τον άρρωστο άντρα της και από δω και πέρα αυτή δεν έχει καμμία ευθύνη για ό,τι κι αν συμβεί. Οι άνθρωποι τρομοκρατήθηκαν με το δίκιο τους. Άρχισαν να ζητάνε τα χρεωστούμενα και σταμάτησαν τις πιστώσεις. Αλλά δεν σταμάτησε εκεί. Πήρε τους δρόμους και κλαιγόταν παντού για τον «γιό της που την κατέστρεψε». Ο Λευτέρης όποια πόρτα κι αν χτύπησε την έβρισκε κλειστή με τον χειρότερο τρόπο. Για άλλη μια φορά στη ζωή του ξανάρχισαν οι κλητεύσεις, αλλά αυτή τη φορά ήταν πολύ χειρότερα. Τίποτα δεν μπορεί να συγκριθεί με τον κλητήρα, τον δικαστικό επιμελητή που σου φέρνει την κοινοποίηση. Δεν υπάρχει μεγαλύτερος βιασμός ψυχής με ό,τι και αν συγκριθεί. Κάποιοι από αυτούς κάνουν απλά τη δουλειά τους. Κάποιοι άλλοι όμως... Αρχίζουν τις απειλές, αρχίζουν ένα ψυχολογικό πόλεμο που δύσκολα αντέχεις... Και όσα χρήματα καταφέρουν να αποσπάσουν πάνε στην τσέπη τους και χωρίς απόδειξη... Πληρώνεις αυτούς για να σου προσφέρουν λίγο χρόνο... Οι πιστωτές φυσικά δεν έχουν γνώση, ούτε βλέπουν αυτά τα χρήματα. Είκοσι διαταγές πληρωμής σε μια μέρα θα πρέπει να είναι παγκόσμιο ρεκόρ... Όμως αυτό ήταν σχεδόν καθημερινό.
Ο Λευτέρης αντέδρασε. Έφερε στην Ελλάδα τα πρώτα αστρολογικά προγράμματα που εκτύπωναν και ερμηνεία. Γενέθλιο ωροσκόπιο και ετήσια πρόβλεψη. Δεν υπήρχε ούτε είχε ξαναγίνει κάτι τέτοιο, άρα είχε μια ελπίδα να βγει από κρίση. Χρεώνεται υπολογιστές, εκτυπωτές, συνεργάτες.... Δημοσιεύει σχεδόν σε όλα τα μεγαλά περιοδικά της εποχής ολοσέλιδες καταχωρήσεις, τεραστίου κόστους και ελπίζει για το καλύτερο, όταν η φυλακή στα ούτε είκοσι δύο του φαινόταν μονόδρομος.
Έγινε πανικός! Τα τηλέφωνα, ααχ αυτά τα τηλέφωνα πήραν φωτιά. Μέσα σε τρεις μέρες σχεδόν χίλιες παραγγελίες. «Δόξα σοι ο Θεός», είπε ο Λευτέρης, «επιτέλους φως θα βγω από αυτό το λούκι!». Πόσο λάθος έκανε... Τα τηλέφωνα ανήκαν στον σύζυγο της Μαρίας, υπάλληλος του ΟΤΕ αν θυμάστε, και απλά τα έκοψε... Εκείνη την εποχή τα πράγματα δεν ήταν όπως σήμερα, για να βάλεις τηλέφωνο ήθελες τρεις μήνες αν είχες και κάποιον να λαδώσεις. Για πρώτη φορά στη ζωή του ο Λευτέρης βρέθηκε σε απόγνωση. Έπαθε κρίση άγχους, η ανάσα του είχε χάσει την αυτόματη λειτουργία της. Πήγε στο νοσοκομείο, του έδωσαν χάπια αλλά δεν έκαναν τίποτα. Αυτό κράτησε αρκετές μέρες, δεν μπορούσε να κοιμηθεί, πνιγόταν. Άρχισε να λιποθυμάει στα καλά καθούμενα. Περπάταγε και σωριαζόταν. Οι λίγοι φίλοι που είχε και η Γιάννα δεν τον άφηναν να οδηγήσει και τον συνόδευαν παντού.
Η απάντηση που πήρε ο Λευτέρης ήταν πως θα μετακόμιζαν και χρειαζόντουσαν τα τηλέφωνα. Θα μετακόμιζαν επειδή πουλάνε το σπίτι που μένουν, στον «δίπορτο» για να το κάνει φροντιστήριο, αλλά και την γκαρσονιέρα που του είχαν παραχωρήσει οπότε άμεσα θα έπρεπε να εγκαταλήψει το σπίτι και αν είχε πρόβλημα με αυτό μπορούσαν να του κοινοποιήσουν και εγγράφως. Έτσι μέσα σε πολύ λίγες ημέρες βρέθηκε στο δρόμο, βρίσκοντας αλλαγμένες κλειδαριές —η προσφιλής μέχρι και σήμερα ενασχόληση της Μαρίας— και όχι μόνο την απειλούμενη κοινοποίηση, αλλά στο Θεό σας, είχαν πάει σε συμβολαιογράφο και οι δύο και καθιστούσαν τον Λευτέρη υπεύθυνο για ότι τους συμβεί!
Στον δρόμο δεν βρέθηκε μόνος του, αλλά μαζί με τη Γιάννα. Έζησαν ευτυχώς για λίγο, σε ένα μικρό παρκάκι των Αμπελοκήπων στο τέρμα των λεωφορείων.
Τότε συνέβησαν πολλά αναπάντεχα και ευτυχώς καλά γεγονότα. Λες και υπήρχε ένας φύλακας άγγελος, λες και ενεργοποιήθηκε η θεια πρόνοια και όλα συνέβησαν με έναν μαγικό τρόπο.
Ο Λευτέρης τότε είχε αγοράσει έναν μικρό εξοπλισμό, ότι είχε ξεκινήσει το πέρασμα από την παραδοσιακή φωτοσύνθεση στο d.t.p. Είχε διασώσει από τις κατασχέσεις, έναν 486 στα 33 με 8 mb ram και 250 mb δίσκο, έναν εκτυπωτή hp και ένα μικρό σκάνερ. Εκεί μαζί του στο πάρκο!
Με αυτόν τον μικρό εξοπλισμό πριν βρεθεί στο δρόμο είχε φτιάξει μερικά βιβλία της «ΖΩΗΣ». Στην απελπισία του θέλωντας να προστατέψει το μόνο περιουσιακό στοιχείο που είχε πήγε να τους βρει, είχαν μεγάλο χώρο στο τυπογραφείο τους, να τους παρακαλέσει να αφήσει εκεί για κάποιο διάστημα τα μηχανήματά του. Όταν τους περιέγραψε την κατάσταση, οι άνθρωποι δεν πίστευαν στ’ αυτιά τους. Ο Θεός να τους έχει όλους καλά, ξεπέρασαν κάθε προσδοκία του Λευτέρη. Αντί να του παραχωρήσουν χώρο, του έδωσαν μετρητά ενάμισι εκτομμύριο δραχμές και του ενέθεσαν εκτός από τα δικά τους βιβλία, τα βιβλία της «Ευσέβιας», της Ιεράς μονής Τατάρνης, του Καντιώτη και ένα σωρό άλλα, που όχι μόνο υπερκάλυπταν το ποσό, αλλά έμοιαζε μικρό κλάσμα μπροστά στα ανεμενόμενα. Για άλλη μια φορά, ο Θεός να τους έχει καλά και αυτούς και όλους τους απογόνους τους, όλων των γενεών!
Έτσι σύντομα βρέθηκε ένα μεγάλο σπίτι που κάλυπτε και τις οικιακές αλλά και τις επαγγελματικές ανάγκες οι οποίες αύξαναν καθημερινά. Ο Λευτέρης συνέχισε να δέχεται θεόσταλτες βοήθειες. Για παράδειγμα ο Γιάννης ο Σχοινάς στα καλά καθούμενα την πρώτη μόλις φορά που συναντήθηκαν του έδωσε σε αξιόγραφα δυόμισι εκατομμύρια. Από το πουθενά και χωρίς λόγο. Ο Λευτέρης δεν πίστευε στα μάτια του από αυτή την πρωτόγνωρη τύχη. Υπήρχαν όμως και άλλα πράγματα που πήγαιναν καλά. Για παράδειγμα όταν μεγαλοτυπογράφος τον είχε πάει στα δικαστήρια για να πληρώσει τα χρεωστούμενα της Μαρίας, όταν η Πρόεδρος τον ρώτησε αν αναγνωρίζει το υπόλοιπο ο Λευτέρης είπε με θράσος: «Οχι κυρία Πρόεδρε. Δε το αναγνωρίζω, γιατί τότε θα διέπρατα μια μεγάλη ατιμία. Εκτός από αυτά που αναγράφονται στην αγωγή, υπάρχουν και κάποια ακόμα που δεν έχουν τιμολογηθεί και υπάρχουν και δύο ακόμα τιμολόγια τα οποία τα αναγνωρίζω πριν χρειαστεί να κινηθεί κάποια άλλη διαδικασία. Το σωστό ποσό είναι σημαντικά μεγαλύτερο και μόνο αυτό αναγνωρίζω!» «Παιδί μου, είπε η Πρόεδρος, είμαι τόσα χρόνια δικαστής, αυτό δεν μου έχει ξανατύχει. Είσαι τρελλός ή αφελής;» «Ποιό από τα δύο βρίσκετε εσείς κακό κυρία Πρόεδρε, γιατί εγώ δεν βρίσκω κανένα», απάντησε το θρασίμι. Η αγωγή αποσύρθηκε.
Από εκείνη τη στιγμή άρχισε μια πραγματικά δημιουργική περίοδος για τον Λευτέρη. Έμαθε πολλά πράγματα, δημιούργησε μια μεγάλη επιχείρηση και η ανάπτυξή του φαινόταν ασταμάτητη.

Τετάρτη 24 Μαρτίου 2010

Τέταρτο κεφάλαιο - β΄

Ήταν η τελευταία χρονιά λειτουργίας της σχολής, τα δίδακτρα ήταν σχετικά χαμηλά για την εποχή, γιατί οι καθηγητές ήταν του Δημοσίου και έπαιρναν ένα σημαντικό μπόνους ως εκτός έδρας, παρόλο που έμεναν και έτρωγαν στις εγκαταστάσεις. Με το κόψιμο των καθηγητών τα δίδακτρα θα εκτοξεύονταν, οπότε η σχολή έκλεισε και μαζί της τελείωσε μια ολόκληρη εποχή. Τα προβλήματα του Λευτέρη αν και έναν χρόνο ήταν παντελώς ξεκομμένος από το σινάφι, δεν είχαν τελειώσει. Ακόμα του έρχονταν κλητεύσεις, ακόμα τον έψαχναν, δεν μπορούσε να γυρίσει.
Η Μαρία εντωμεταξύ είχε γνωρίσει όλο τον «αφρό» της Χίου, από τον Νομάρχη, τον διευθυντή του ΟΤΕ, τον οποίο και παντρεύτηκε σύντομα και πραγματικά έδωσε ώθηση στη ζωή της, μέχρι τον διευθυντή της Σχολής Εμποροπλοιάρχων Οινουσσών...
Έτσι έμαθε πως υπάρχει ένα ναυτικό λύκειο, όπου τα παιδιά μένουν στις εγκαταστάσεις της Σχολής, έχουν τους ίδιους καθηγητές και φυσικά όποιος τελείωνε το Ναυτικό Λύκειο, έμπαινε κατευθείαν για εμποροπλοίαρχος και με ένα χρόνο λιγότερες σπουδές. Καλό ακούστηκε στο Λευτέρη, που δεν ήθελε να γυρίσει με τίποτα στην Αθήνα, είχε και μία προοπτική επαγγελματική, που όμως δεν τον πολυσυγκινούσε. Άλλο που δεν ήθελε και η Μαρία, στις Οινούσσες ο Λευτέρης. Όχι πως είχε κάποια σχέση με τη σχολή των Σπετσών, αλλά και εκεί καλά ήταν... συμπαθητικά... Για έξοδο και διασκέδαση ούτε σκέψη. Ένας καφενές 2x2 και αυτό ήταν όλο. Όμως είχε γερο-καπετανέους που είχαν πολλές ιστορίες να πουν. Πιστέψτε με υπάρχουν πολλοί Καββαδίες και η γλώσσα που δίνει η θάλασσα στον άνθρωπο δεν συγκρίνεται με καμιά. Έτσι, γνώρισε και τον Καπετάν Λεό. Δεν ήξερε ποιός είναι και με όλο του το θράσος μίλαγε στο μπάρμπα με όλη του την άνεση και τον πείραζε συνεχώς! Οι παρατηρητές τον κοίταξαν με απορία και αμηχανία. «Καλά, δεν ξέρει σε ποιον μιλάει; Την έχει βαμμένη!» Ο Καπετάνιος όμως είχε καιρό να έχει μια τέτοια σχέση, έπαιζαν τάβλι σε κάθε ευκαιρία, τα ουζάκια έρχονταν σε δωδεκάδες (παραδοσιακό ούζο Χίου, «Ψυχής», στούκι!) και τα γέλια και τα χωρατά έδιναν και έπαιρναν. Κάποια στιγμή ο Καπετάν Λεό ρώτησε το Λευτέρη: «Ξέρεις ποιός είμαι;» «Θα έπρεπε;», απάντησε ο Λευτέρης με θράσος. «Είμαι κάποιος που κερδίζει εξήμισυ εκατομμύρια δραχμές την ώρα». «Τέλειωνε το ούζο καπετάνιο και γρήγορα σπίτι, γιατί σήμερα σε πείραξε», είπε ο Λευτέρης. Γέλασε με την καρδία του ο μπάρμπας και σταμάτησε την κουβέντα.
Την άλλη μέρα λοιπόν την ώρα της «Ναυτιλίας», ο καθηγητής μας είπε πως θα έχουμε έναν ξεχωριστό καλεσμένο, έναν από τους πλέον επιτυχημένους εφοπλιστές που έχει βγάλει ο τόπος. Και ήταν ο καπετάν-Λεό! Χάζεψε ο Λευτέρης, δεν είχε καταλάβει πως τόσο καιρό μιλούσε με τον θρυλικό Λέοντα Λαιμό. Όταν τελείωσε το μάθημα ο καπετάνιος του είπε: «τώρα λοιπόν που ξέρεις, τι θα ήθελες από μένα;» Ο Λευτέρης ένιωσε προσβεβλημένος! Του βγήκαν τα κομμουνιστικά του. «Τι ερώτηση είναι αυτή; Επειδή έχεις μερικά φράγκα, θα μου κάνεις δηλαδή τη χάρη;» «Καλό μου παιδί», απάντησε ο καπετάνιος, «βλέπεις πως κανείς εδώ δεν με πλησιάζει. Αυτό συμβαίνει επειδή όλοι κάποτε κάτι πήραν από μένα, αλλά ποτέ δεν επέστρεψαν τίποτε. Και όπως έλεγε κάποτε και ο Συγγρός, «όλοι έρχονται και ζητάνε αλλά κανείς ποτέ δεν μου γύρεψε τον τρόπο να μάθει πως γίνονται», εσύ λοιπόν ξεχωρίζεις, πιστεύω πως πρέπει κάτι να κάνω για σένα. Το θέλω και θα με ευχαριστούσε πολύ αν δεχόσουν την προσφορά ενός γέρου ανθρώπου». Μαλάκωσε ο Λευτέρης, δεν ήταν μόνο ο γλυκός του λόγος, ήταν πάνω απ’ όλα ένας άνθρωπος που ήθελε να του προσφέρει, απλά και μόνο για την αγνή του παρέα. «Καπετάνιε, δεν έχω κάτι που να θέλω, άσε με να το σκεφτώ». «Αν δεν έχεις κάτι, τότε θα ήθελα να συζητήσω με τους γονείς σου. Θα ήθελα να σε στείλω στην Αγγλία να συνεχίσεις τις σπουδές σου και όλα τα έξοδα πληρωμένα από μένα. Μετά πάντα θα έχεις μια θέση στις επιχειρήσεις μου». «Θα σου απαντήσω», είπε ο Λευτέρης, τρομαγμένος. «Καλά είπαμε, να φύγω από την Αθήνα, αλλά Αγγλία; Ξένος μεταξύ ξένων; Άσε που τα αγγλικά μου είναι σχεδόν ανύπαρκτα».
Ο Λευτέρης το είπε στην Μαρία και στον νέο της σύζυγο τον Βαγγέλη, τον διευθυντή του ΟΤΕ της Χίου. Το είπε όχι τόσο γιατί ήθελε να αποδεχθεί την πρόταση του καπετάνιου, όσο επειδή ήθελε να κουνήσει τις ρίγες του «ορίστε τι γνωριμία κατάφερα και έκανα...». Φυσικά η Μαρία δεν ήταν ποτέ δυνατόν να σκεφτεί το καλό του γιού της και έτσι αμέσως σκέφτηκε το πως θα μπορούσε να αξιοποιήσει αυτή την ουρανοκατέβατη προσφορά.
Τα χρόνια εκείνα η Μαρία είχε πλακωθεί στο ξύλο, κυριολεκτικά, με την μεγαλύτερη ελληνίδα αστρολόγο, της οποίας ήταν μαθήτρια στη σχολή της, και η οποία εξέδιδε και ένα συνδρομητικό περιοδικό, τον «Ουρανό». Έτσι λοιπόν της γεννήθηκε η φαεινή να φτιάξει ένα περιοδικό αστρολογίας. Όταν έγινε η περιβόητη συνάντηση με τον καπετάνιο, η αλαζονία, το τουπέ και το κατηναριό της Μαρίας ξεπέρασαν κάθε προηγούμενο. Ο καπετάνιος τα είχε χαμένα. «Παιδί μου φύγε όσο μπορείς πιο μακρυά», του είπε κάποια στιγμή. Ο καπετάνιος ήθελε να βοηθήσει το Λευτέρη, όμως τώρα που τα πράγματα είχαν πάρει άλλη τροπή και δεν ήθελε να φανεί ψεύτης στο παιδί, έδωσε μια ευκαιρία στη Μαρία, αλλά λειτουργώντας πλεον ως επιχειρηματίας. Τους παρέπεμψε στα γραφεία του στον Πειραιά όπου θα τους έδινε μεγάλο αλλά χαμηλότοκο δάνειο. Φυσικά το «Τουρκοβούνι» η Μαρία όταν άκουσε περί ισοτιμιών και επισφαλειών, νόμιζε πως την βρίζουν και έφυγε έξαλλη από τα γραφεία.
Η ιδέα όμως την είχε κυριεύσει. Ήθελε ντε και καλά να βγάλει περιοδικό αστρολογίας. Ένα περιοδικό που θα έγραφε μόνη της, θα εξέδιδε μόνη της, θα κονόμαγε μόνη της και φυσικά θα ψάρευε και πελάτες για να τους λέει ωροσκόπια και να κερδίζει και από κει. Έτσι λόγω οικονομικών ξεκίνησε σαν δεκαπενθήμερη εφημεριδούλα, εικοσιτεσσάρων σελίδων, σιγά-σιγά έγινε εβδομαδιαία και σύντομα ήρθε η ώρα να γίνει περιοδικό.
Μια μικρή παρένθεση για κάποια γεγονότα που έγιναν εκείνο τον καιρό. Ήταν πλέον αρχές καλοκαιριού. Η σχολή στις Οινούσσες ήταν κλειστή και ο Λευτέρης ήταν και πάλι στην Αθήνα.
Ο Λευτέρης είχε γίνει τα προηγούμενα χρόνια, ένας καταπληκτικός μηχανόβιος. Δεν ήταν μόνο οι σούζες (σήκωνε το bolldor στου Φλώκα και το έριχνε στο Φάρο, με την μπρος ρόδα να στρυγγλίζει όταν έσκαγε κάτω και το κοντέρ να γράφει 180...) ή τα παντιλίκια, αφού είχε υπογράψει παντού, αλλά είχε αποκτήσει, ύστερα από πολλά ράμματα, σπασίματα και σκισίματα, μια εξαιρετική οδηγική ικανότητα. Έτσι όταν εκείνη τη χρονιά η Yamaha έκανε ένα challenge για νέους οδηγούς δήλωσε συμμετοχή. Το είχε μάθει όμως αργά και έτσι ούτε μηχανή είχε ούτε μπορούσε κάτι να κάνει. Το μόνο που βρήκε ήταν ένα μηχανάκι υποδεέστερου κυβισμού σε ένα γειτονικό συνεργείο των Αμπελοκήπων, όπου κάνοντάς του ένα πρόχειρο ρεκτιφιέ και στρώνοντάς το όλο το βράδυ στο ρελαντί, με ανεμιστήρες γύρω του, πήγε να αγωνιστεί. Τα ειδικά έντυπα της εποχής έγραψαν: «Οδηγούσε δίχως αύριο. Εκπληκτική οδήγηση και αναρωτιόμαστε αν είχε ισάξια μηχανή τι θα είχε κάνει». Ο Λευτέρης είχε βγει τρίτος, τρέχοντας με ογδοντάρι και κοντό μηχανάκι, απέναντι στα καθαρόαιμα 125. Η πρόσκληση της Yamaha δεν άργησε να φτάσει. Τον καλούσαν για ένα τελικό τεστ στο Βέλγιο, υπό την καθοδήγηση τότε του «πολύ» και πολυνίκη Τζώρτζ Τζομπέ. Δυστυχώς και αυτή η ευκαιρία θα πήγαινε χαμένη.

«Δεν υπάρχει περίπτωση να υπογράψω ένα τέτοιο χαρτί, να πας να σκοτωθείς, ειδικά τώρα που θα βγάλουμε το περιοδικό. Τώρα που σε χρειάζόμαστε;». Τσίμπισε ο Λευτέρης, στα λόγια της Μαρίας. Η μάνα του για πρώτη φορά στη ζωή του έλεγε πως τον χρειαζόταν! «Βρε λες;» Δεν το πολυσκέφτηκε ο Λευτέρης, τα ανικανοποίητά του τον κυρίεψαν, «είμαι μέσα», είπε και μπήκε και αυτός σε αυτή την περιπέτεια.
Δεν το μετάνιωσε ποτέ. Για άλλους όμως λόγους. Η έμφυτη τάση του για γνώση, η τεράστια αγάπη του για το βιβλίο και την τυπογραφία επιτέλους βρήκαν τρόπο και δρόμο έκφρασης. Πολύ σύντομα ήξερε τι ήθελε να κάνει στη ζωή του. «Ένα κενό φύλλο χαρτί μπορεί να γεμίσει με κάθε λογής νοήματα. Μία και μόνο λέξη μπορεί να σου αλλάξει τη ζωή», έλεγε ο Λευτέρης, προσθέτωντας «αν η μόρφωση είναι αυτό που τελικά σου μένει διαβάζοντας κάτι, τότε είμαστε το σύνολο της γνώσης που πήραμε διαβάζοντας». Ο Λευτέρης την ερωτεύτηκε αυτή τη δουλειά, ή μάλλον ποτέ δεν την είδε έτσι^ παραμένει φλογερός εραστής, τρελλαμένος χομπίστας, και σήμερα απλά προσθέστε και το επαγγελματίας.
Εκείνη λοιπόν την περίοδο, όταν γύρισε ο Λευτέρης στην Αθήνα και δεν θα ξαναγύριζε στη σχολή, αφού συνέχισε πλέον στο Λύκειο στην Αθήνα, ξέκοψε μεν από την παλιά ζωή, αλλά έμπλεξε με άλλη.
Δεν του ήταν καθόλου εύκολο να συνυπάρξει με τη Μαρία και το Βαγγέλη. Η Μαρία είχε βγάλει έναν νέο εαυτό, απείρως χειρότερο από όσο γνώριζε ο Λευτέρης μέχρι τότε. Η αλαζονία και η αυταρχικότητα ξεπέρασαν κάθε όριο. Έβγαζε όλα της τα απωθημένα κατά δικαίων και αδίκων. Θυμήθηκε την εποχή που είχε παραδουλέφτρες και παραπαίδια. Την ψώνισε! Έγινε θεός, κακός θεός και αντιμετώπιζε τους πάντες σαν σκουπίδια^ και τον νέο της σύζυγο, ειδικά αυτόν τον ταλαίπωρο τον αντιμετώπισε σαν σκουπίδι, φυσικά και τον Λευτέρη. Αλλά και στους συνεργάτες της τα ίδια έκανε. Οι πελάτες της ακόμα κλαίνε τα χρήματα που της έδωσαν, αφού όχι μόνο ωροσκόπια δεν τους έλεγε, αλλά έτρωγε την ώρα τους και τα λεφτά τους, παραληρώντας για το μεγαλείο της και πως τα κατάφερε και έφτασε τόοοοσο ψηλά.
Για αυτό σήμερα φυσικά δεν κάνει ωροσκόπια, δεν υπάρχουν πελάτες και αυτοκαταστρέφεται προσπαθώντας να κάνει την πωλήτρια... Όταν εκείνη την εποχή βγήκε και στο γυαλί... η αποθέωση! Το παραλήρημα μεγαλείου θα αφήσει ιστορία.
Ο Λευτέρης πάλι είχε βρεθεί σε μια άσχημη κατάσταση. Δούλευε σα σκυλί, αλλά τα χρήματα πενιχρά. Οι τσακωμοί ήταν σε ωριαία βάση, άρχισε πάλι τα έξω...
Ευτυχώς γι αυτόν η Μαρία είχε μια γκαρσονιέρα την οποία του την παραχώρησε και έτσι έμενε μόνος του, οπότε η καυγάδες, για αυτόν ήταν μόνο στο εργασιακό περιβάλλον. Πρέπει να είναι πια δεκαέξι ετών. Όμως η συμπεριφορά του και τα βιώματα του, του είχαν διαμορφώσει ένα χαρακτήρα και ένα «φέρεσθαι» που ήταν δυσανάλογο του χαρακτήρα του. Ο ίδιος έχοντας ορκιστεί πως ποτέ δεν θα ξανααπλώσει χέρι, προσπαθούσε να τα φέρει βόλτα όπως μπορούσε. Δεν φτάνει πως ήταν αλλιώς μαθημένος, δεν φτάνει που όσο λάθος και αν ήταν τα προηγούμενα χρόνια, ήταν που κάποια πράγματα του έλειπαν... είχαν ξεκουρδιστεί πολλά πράγματα μέσα του και ακόμα περισσότερα είχαν γράψει στην κάρτα του. Δεν ήταν μόνο τα βιώματά του, αλλά κατά μια έννοια είχαν καταστραφεί πολλά κομμάτια του... Ποτέ πια δεν θα ήταν σαν τους άλλους τους «φυσιολογικούς».
Μια μικρή παρένθεση Τρία-τέσσερα χρόνια πριν η μάνα του του βρήκε υποτίθεται δουλειά σε έναν επιπλά της περιοχής. Φυσικά η μάνα του, τού χρώσταγε χρήματα και έτσι για άλλη μια φορά χρησιμοποίησε το παιδί της για να ρεφάρει. Πήγε ο Λευτέρης να δουλέψει, δούλεψε σαν το σκυλί, πιο πολύ απ’ όλους. Έκανε τις μεταφορές των επίπλων και επειδή λυπόταν τους «συναδέλφους» του, οι περισσότεροι ήταν μπαρμπάδες με σκαμένα πρόσωπα και γερασμένους ώμους, ντρεπόταν και ήθελε να τους ξεκουράσει, ντρεπόταν φυσικά να πάρει και τα μπουρμπουάρ που έδιναν οι πελάτες: «έχουν οικογένειες οι άνθρωποι, πρέπει να τις φροντίσουν», σκεφτόταν ο Λευτέρης. Όμως περίμενε και την ανταμοιβή του. Μπορεί πιτσιρικάκι να πούλαγε στα διαλείματα της «Αμίκα» του θερινού κινηματογράφου, αναψυκτικά και φαγώσιμα, αλλά αυτό δεν ήταν δουλειά, απλά έμπαινε δωρεάν να δει το έργο. Τώρα ήταν η πρώτη του δουλειά και έκανε όνειρα και σχέδια τι θα κάνει με τα πρώτα του χρήματα. Όταν λοιπόν ήρθε η ώρα να πάρει το πρώτο το δεκαπενθήμερο, αντί να πληρωθεί κανονικά πήρε απλά ένα... πεντακοσάρικο! Λιγότερα από τα μπουρμπουάρ που συγκεντρωνόστουσαν καθημερινά. Τρελλάθηκε ο Λευτέρης! «Τι είναι αυτό;» ρώτησε, «Αυτή είναι η εντολή της μητέρας σου. Ο σκοπός δεν είναι να μάθεις στα χρήματα, αλλά να μάθεις τι πάει να πει δουλειά!». Φυσικά ο Λευτέρης δεν ξαπαπάτησε, και έδωσε ακόμα έναν όρκο: «Δεν θα ξαναδουλέψω για κανέναν πούστη, ποτέ στη ζωή μου».


Είχε αρχίσει να πίνει... Δεν ήπιε το Βόσπορο, ήπιε τον Ατλαντικό, τον Ειρηνικό και τους ωκεανούς της Ευρώπης μαζί... Το αγαπημένο του Βότκα-μπακάρντι-τζιν, μαζί, όταν δεν έβρισκε ήθελε δυο μπουκάλια στόλι κάθε βράδυ... τουλάχιστον, γιατί αν έδενε η παρέα το μέτρημα χανόταν. Άρχισε να δουλεύει ως dj, πρώτα στη «Ρετρό», ειρωνικό αφού έπρεπε να παίζει μουσική για μεσήλικες, αν και πιτσιρικάς. Έπαιξε ως βοηθός στη Divina μετά στο Make up. Ήδη διατηρούσε πειρατικό ραδιοσταθμό, είχε ξεκινήσει παλιότερα από τα μεσαία, μεσαιατζής έβγαινε ως «Άγιος», μετά στα fm τον βάπτισαν με κάποιο νούμερο που δεν θυμάται, έτσι άρχισε να πουλάει κασέτες από αυτές που έγραφε στα μαγαζιά που εργαζόταν. Το ραδιόφωνο εξελίχθηκε για όσο κράτησε, σε καθαρή και απόλυτη μ****παγίδα! Αλλά γρήγορα τα πράγματα σταμάτησαν άδοξα, αφού ένας φίλος και γείτονας ραδιοπειρατής στην προσπαθειά του να ξεφύγει όταν τον εντόπισε το «όργανο», έπεσε από μια ταράτσα και σκοτώθηκε. Από τότε τα πράγματα αγρίεψαν και οι εκπομπές σταμάτησαν. Όμως είχε γνωρίσει και από τη δουλειά και από το ραδιόφωνο πολύ κόσμο. Ο Στηβ Ν. ο ηθοποιός δούλευε τότε πόρτα στο make up. Με αυτόν αλλά και με άλλους γνωρισε άλλου τύπου καταστάσεις.
Έμπλεξε με μοντέλα, γνώρισε μια διάσημη μοντελοπροαγωγό και έμπλεξε με την τέχνη και το θέαμα. Η ζωή του ήταν πλέον πολύ περίεργη. Τον είχαν μάθει όλα τα μαγαζιά, δεν πέρναγε ποτέ πόρτα, διασκέδαση και κραιπάλη. Υπήρξε εποχή που είχε να δει το φως του ήλιου πάνω από δυο μήνες! Περιέργως αυτή η κατάσταση και η ζωή που ζούσε είχε χειρότερα αποτελέσματα από τότε που είχε μπλέξει με τις συμμορίες. Εδώ όλο το σκηνικό είχε στηθεί στηριζόμενο στην απανθρωπιά και στην κενότητα. Το πιοτό, λένε, αλλά και ο ίδιος έρχεται να συμφωνήσει ύστερα από την διατριβή του στο καταστροφικό αυτό άθλημα, βγάζει τον χειρότερο εαυτό του ανθρώπου. Βγάζει αυτό που πραγματικά έχει μέσα του και ο Λευτέρης όπως φάνηκε είχε πολλά απωθημένα. Ιδιαίτερα με τις γυναίκες... Στην πορεία της ζωής του αναλογιζόταν αν αυτή η συμπεριφορά του είχε στόχο τη Μαρία, πάντως το θηρίο είχε ξυπνήσει για τα καλά και λειτουργούσε βάση σχεδίου, χωρίς κανένα δισταγμό και χωρίς κανένα ηθικό φραγμό. Χρησιμοποιούσε κάθε τρόπο για να τις ρίξει στο κρεββατι, δηλαδή τι κρεββάτι, όπου και όπως. Δεν έκανε έρωτα μαζί τους, τις βίαζε, τις ξεφτέλιζε, πολλές τις πήρε ομαδικά με φίλους του, δεν είχε κανέναν ενδοιασμό όχι μόνο να τις χτυπήσει αλλά να φερθεί και με τον πλέον σαδιστικό τρόπο... Και το διασκέδαζε... Δεν τον ένοιαζε αν ήταν αυτή που γνώριζε ένα φυσιολογικό άτομο, ή αν ήταν κάποια επαγγελματίας που ψάρεψε σε ένα μπαρ. Δεν τον ένοιαζε αν ήταν πόρνη, στην οποία δεν είχε κανένα πρόβλημα να το παίξει αγαπητικός, ούτε αν ήταν τραβεστί ή πρεζάκι που είχε βγει στην πιάτσα για τη δόση του. Θηλυκά ήταν όλα θα έπαιρναν αυτό που τους αρμόζει. Αν και αυτή η κατάσταση άρχισε να τον κουράζει κράτησε αρκετό καιρό. Κάποια στιγμή τα πράγματα κόπασαν, για λίγο αφού πλέον η εφημερίδα είχε γίνει περιοδικό, είχαν αυξηθεί οι ανάγκες αλλά πλέον αφού υπήρχε περιοδικό, ήταν πιο εύκολο να αναλάβει τις διαφημίσεις του και να αυξήσει σημαντικά τα έσοδά του.
Εκείνη την εποχή είχε αρχίσει να ομαδοποιεί τις παρέες του. Ήθελε κουβεντούλα; ήθελε μεταφυσικά; ήθελε χαϊφιντελάδικες συζητήσεις; ήθελε απλά να πιεί; Είχε τους κατάλληλους για κάθε χρήση. Ποτέ δεν είχε πραγματικούς φίλους, είχε απλά άτομα που κάλυπταν στοχευμένες ανάγκες. Μέσα σ’ όλα είχε αρχίσει να ασχολείται και με τρίσποντες. Οι δέσμες γωνιών πάντα των γοήτευαν και η απόλυτη εφαρμογή τους έπαιρνε οστά στα τραπέζια του Σιβισίδη. Έτσι σε ένα σφαιριστήριο των Αμπελοκήπων γνώρισε τον Αλέξη. Παιδί για υιοθέτηση. Όχι δεν ήταν χαλασμένος ή κατεστραμένος, εντάξει κάποιο κουσούρι είχε αλλά μάλλον ήταν εκ γεννετοίς και όχι αποτέλεσμα βιωμάτων. Ο Αλέξης ήταν ο σύντροφός του στις ατελείωτες ώρες ποτού. Πήγαιναν απο κοντά στις ποσότητες και ο Λευτέρης είχε βρει την αδελφή ψυχή στα ξύδια. Πολλές φορές τον ξεπερνούσε! Ο Αλέξης ήταν ιδιαίτερη περίπτωση. Παρόλους τους τόνους, κυριολεκτικά, που έπινε ήταν τέρας νηφαλιότητας. Μπορούσε να μιλάει για οτιδήποτε, και μπορούσε να συνεχίζει να μιλάει, ξερνώντας κατά την διάρκεια της ομιλίας του, σαν να μην συμβαίνει τίποτα! Κυριολεκτικά... δεν υπάρχει το άτομα!
Ο Αλέξης έγινε μπάτσος. Απλά είχε βύσμα εκείνη την εποχή, μόλις είχε ανέβει ο Ανδρέας και ο υπουργός δικαιοσύνης ήταν οικογενειακός φίλος, οπότε έπραξε τα δέοντα και μπήκε εύκολα στη σχολή της αστυνομίας.
Υπάρχουν μερικά αξιομνημόνευτα χαρακτηριστικά που έζησε ο Λευτέρης με τον Αλέξη και θα έκαναν να γελάσει το χειλάκι κάθε πικραμένου γι αυτό και είναι must η παράθεσή τους.
Στους Αμπελόκηπους κυκλοφούσε ένας τύπος με το παρατσούκλι Ποπάι. Αυτός ο τύπος ήταν βγαλμένος από έργο επιστημονικής φαντασίας με στοιχεία θρίλερ. Μονίμως χαπακωμένος, χαρακωμένος, ζωσμένος με αλυσίδες, τα χάπια και τα σιρόπια έσταζαν από πάνω του, περπατούσε και άφηνε μονοπατάκι, αλλά το καλύτερο του ήταν ο ήχος που έβγαζε! Σε όλες του τις τσέπες υπήρχαν σουγιάδες, φαλτσέτες, ψαλίδια, σιδερογροθιές, ακόμα και μαχαιροπήρουνα(!) «και το κουτάλι καλό είναι όταν έχουν τελειώσει τ’ άλλα» έλεγε! Τα τζετζερέδια λοιπόν ακούγονταν δύο τετράγωνα πριν εμφανιστεί ο Ποπάι! Αυτός ο τύπος ήταν να μη σε συμπαθήσει! Αν σε συμπαθούσε έβγαζε από τις τσέπες του ότι χάπι κυκλοφούσε στην αγορά και στο προσέφερε με όλη του την αγάπη.... αλίμονο έτσι και τον προσέβαλες και δεν το δεχόσουν. Πρέπει να ειπωθεί κάτι ακόμα για τον Ποπάι. Παρουσιάστηκε για φαντάρος μαζί με τον Λευτέρη. Πέρασε μια βδομάδα μέχρι να περάσει από γιατρούς και να καταλάβουν πως δεν παίζεται το άτομο. Έτσι την τέταρτη μέρα, τον έκαναν θαλαμοφύλακα, ενώ την επομένη θα κάναμε την πρώτη πορεία στα Εξαμίλια. Ο αθεόφοβος το βράδυ που είχε τη βάρδια του, γέμισε όλα τα παγούρια με χάπια! Άρχισε λοιπόν η πορεία την επομένη, άρχισε η δίψα και σύντομα όλη η διμοιρία είχε πέσει τ’ ανάσκελα μαστουριασμένη! Αυτό ήταν ο Ποπάι! Αυτός λοιπόν ο τύπος σύχναζε στο σφαιριστήριο που ήταν το στέκι του Λευτέρη και του Αλέξη. Ένα ωραίο πρωί εν μέσω βότκας και μπακάρντι, έρχεται η αστυνομία να κάνει έλεγχο και εξακρίβωση στοιχείων. Αλέξης, Λευτέρης και Ποπάι κάθονται δίπλα-δίπλα στη μπάρα. Στον μόνο που ζήτησαν ταυτοτητα ήταν ο Αλέξης! Και όταν μάλιστα τους είπε «συνάδελφος είμαι» και τους έδειξε την ταυτότητά του δεν τον πίστεψαν και τον πήραν στο τμήμα!
Άλλη φορά που τον πήγαν στο τμήμα ήταν όταν λίγο πριν ξημερώσει οι δυνάμεις τους τους εγκατέλειψαν από το πολύ πιοτό και σωριάστηκαν σε ένα σωρό σκουπίδια. Κάποιοι περαστικοί ειδοποίησαν την αστυνομία. Του Λευτέρη του είπαν να ξεμεθύσει και να φύγει. Ο Αλέξης όμως τους είπε «εντάξει παιδιά δεν τρέχει τίποτα, συνάδελφος είμαι», «ταυτότητα», του λένε αυτοί, «δεν την έχω μαζί μου, αλλά έχω αυτό» είπε και έβγαλε το περίστροφο! Κόλαση! Απερίγραπτη κατάσταση, το περιπολικό φεύγει με παντιλίκια, πάει λίγο πιο πάνω, πετάγονται έξω οι αστυνομικοί, ταμπουρώνονται «Πέτα το όπλο, θα σε πυροβολήσουμε αν δεν το κάνεις»... Απίστευτες καταστάσεις και αν έχω και πολλά ακόμα καλύτερα να γράψω, δεν θέλω, για ίσως ακόμα να είναι παντρεμένος, και είμαι σίγουρος πως η γυναίκα του δεν θα έπρεπε να μάθει...
Έτσι πέρασαν λίγα χρόνια, υποφερτά, χόρτασαν όμως τον Λευτέρη. Χόρτασε από διασκέδαση, χόρτασε από παρέες, απόλαυσε πολλές και εξαιρετικές γυναίκες, ικανοποίησε κάθε του απορία και φαντασίωση, ώστε πολύ νωρίς να νιώσει μπουχτισμένος. Στην ηλικία του οι περισσότεροι δεν είχαν ξεκινήσει καν και αυτός είχε τερματήσει... Παρά φύση και παράλογη έμοιαζε όλη αυτή κατάσταση.

Μουσικό διάλειμμα

Δημοσθένους λέξις



http://www.youtube.com/watch?v=o1aMFs735bY

Τέταρτο κεφάλαιο

Η αγέλη
Ο Λευτέρης έκανε μια σημαντική στροφή στον τρόπο που αντιμετώπιζε μέχρι εκείνη τα στιγμή τα πράγματα. Σε αυτό δεν φταίει πως πια πήγαινε στο γυμνάσιο, όσο στο ότι όποιον είχε γνωρίσει μέχρι εκείνη τη στιγμή και έφερε κάποιον, τίτλο, αξίωμα ή προσδιοριστικό, προσπαθούσε να κατευθύνει τη ζωή του κατά πως τον εξυπηρετούσε και ποτέ κανείς δεν νοιάστηκε για τις δικές του ανάγκες... δεν ρώτησε καν. Πάντα ήταν μόνος του, είχε αποδείξει πως μπορεί να τα καταφέρει έτσι, όπου διαγωνίστηκε ήταν πρώτος στα αθλήματα, ή στα τεστ iq που έκανε για να μπει στα Ανάβρυτα για παράδειγμα, είχε αποδείξει στον εαυτό του πως μπορεί, πως είναι ικανός, είναι ικανότερος από όλους τους άλλους, περίμενε όμως κάποια αναγνώριση, αλλά αυτή δεν ήρθε ποτέ, από κανέναν. Αυτός ίσως είναι ο κύριος λόγος που δεν νοιάστηκε για τις σακκούλες με τα μετάλλια, τους επαίνους και κάθε λογής τρόπαιο που είχε συλλέξει^ τα περισσότερα τα χάρισε σε παιδιά που τα ζήλευαν, ενώ τα χάρτινα χάθηκαν, πάλιωσαν, τα περισσότερα τα πέταξε. Η Μαρία διασώζει ακόμα μερικές δεκάδες από αυτά που απέμειναν... Δεν τον ένοιαζε να τα δείξε, δεν ήθελε να προβληθεί, δεν ήθελε να κάνει επίδειξη. Αυτό που ήθελε να ξέρει είναι ότι μπορεί. Μπορεί να ανταπεξέλθει και φυσικά πάντα αναζητούσε την απάντηση στο ερώτημα που είχε από την κούνια σχεδόν ακόμα: «αφού δεν είμαι απλά καλός, είμαι ο καλύτερος, γιατί μου φέρονται έτσι;» Όποιον γνώρισε στη ζωή του είχε έναν τίτλο, μια φορεμένη ταυτότητα: Μάνα, Πατέρας, Θείοι, Γιαγιά, Παππούς, Δάσκαλος ή δάσκαλοι, Προπονητής... Κανείς δεν του στάθηκε, κανείς δεν τον βοήθησε, μόνο κακό του έκαναν όλοι αυτοί^ έτσι σκέφτηκε να αλλάξει τροπάριο. «Δεν έχω τίποτα πλέον να αποδείξω στον εαυτό μου, ξέρω πως μπορώ, άρα μήπως κάπου κάνω κάτι άλλο λάθος;» Έτσι άρχισε να ψάχνεται σχεδόν παντού, αλλά μικρό και άπειρο παιδί δεν ήταν δύσκολο να πατήσει σχεδόν κάθε φλούδα που συναντούσε, ίσως το επιδίωκε να φτάνει τα πράγματα στα άκρα... Όμως σχεδόν όπου κι αν στράφηκε, ένας τίτλος, ένα αξίωμα πάντα βρισκόταν μπροστά του.
Δύο χαρακτηριστικά παραδείγματα σαν αυτό του προπονητή του Πανελληνίου είναι ίσως άξια να μνημονευτούν αφού τον οδήγησαν σε σημαντικές αποφάσεις. Η χρονιά που πήγε γυμνάσιο ήταν ίσως η πιο κρίσιμη στη ζωή του. Όμως ένα χρόνο πριν στο 18ο δημοτικό που πήγαινε, για άλλη μια φορά, είδε τις ταξικές διαφορές να τον αδικούν. Είχε ο Λευτέρης ένα συμμαθητή τον Βασίλη Π. Αυτός είχε έναν ευκατάστατο πατέρα που ο ο δάσκαλος ο Λαδικός λεγόταν αν θυμάμαι καλά, τον έγλυφε σαν σαλιγκάρι. Ο Λευτέρης και ο Βασίλης είχαν βρει ένα περίεργο παιχνίδι και έριχναν μπουνιές συνεχόμενες ο ένας στο άλλο στη κοιλιά μέχρι κάποιος να μην αντέχει! Συνήθως υποχωρούσε αυτός που γαργαλιώταν περισσότερο, μην νομίζετε πως ήταν κάτι άγριο, μέχρι την ημέρα που τους είδε ο δάσκαλος. Θέλοντας να πιάσουν τόπο τα σάλια του, έβαλε τον Λευτέρη τιμωρία, του τράβηξε έναν δεκάρικο, πως δεν είναι συμπεριφορά αυτή και την επόμενη φορά θα αποβληθεί! Μάταια ο Βασίλης προσπαθούσε να του πει πως έπαιζαν, αυτός συνέχισε απτόητος μέχρι του σημείου που όταν ήρθε ο πατέρας του Βασίλη κάποια στιγμή στο σχολείο του πούλησε ο σάλιαγκας μια υπέροχη εκδούλευση, πως τάχα έσωσε το παιδί του από του Χάρου τα δόντια. Κάτι θα έκανε και ο πατέρας, γιατί έκτοτε ο Λαδικός, επί έξι ώρες, επτά μέρες τη βδομάδα, σε κάθε μάθημα δεν σταμάταγε να σηκώνει το Λευτέρη να πει το μάθημα. Ο Λευτέρης δεν του έκανε τη χάρη να είναι ποτέ αδιάβαστος, και ο Λαδικός αν ζει, σίγουρα δεν το έχει ξεπεράσει! Πηγαίνοντας λοιπόν γυμνάσιο ο Λευτέρης, και αφού είχε τελειώσει με το στίβο, γράφτηκε στον Παναθηναϊκό στο μπάσκετ. Εκεί έγραψε ιστορία(!) όταν βρέθηκε μια μέρα, στο κενό των προπονήσεων μεταξύ των όμαδων να παίζει ρολόι με τους Κοκολάκη και τον Κορωναίο, όπου μαζί με τον «Φούφη» τον συμμαθητή του, τους έκαναν να παραμιλάνε, αφού τους είχαν ρίξει τρεις γύρους! Εκεί ο Λευτέρης γνώρισε και την Ιβέτ, ότι είχε έρθει τότε στην Ελλάδα και λίγα χρόνια αργότερα έγιναν φίλοι και έκαναν επιδρομές στον Μπίτσουλα.
Όταν λοιπόν ο Λευτέρης ήταν στα μίνι του Παναθηναϊκού, και όταν λέμε μίνι εννοούμε την κοντή μπασκέτα, ήταν κάπου 80 πόντους κοντύτερη αν θυμάμαι καλά από την κανονική, ο Λευτέρης κάρφωνε στην κανονική! Τα πόδια του ήταν αφύσικα δυνατά, προσφέροντάς του απίστευτη αλτικότητα, ο Λυκαβηττός να είναι καλά, ενώ η ευστοχία του από τη θέση του Ελ, όπως λεγόταν τότε ήταν παροιμιώδης. Ποτέ δεν έπαιξε σε αγώνα... Πάντα η πεντάδα ήταν αγορασμένη από τους πλούσιους γονείς...
Με αυτά τα βιώματα δεν ήταν δύσκολο να τον προσελκύσουν οι πρώτοι του «φίλοι». Κάτι κνιτάκια που άρχισαν να του λένε για νομενκλατούρες και ισότητες και διάφορα άλλα ενδιαφέροντα μεν αλλά ουτοπικά από το πρώτο κιόλας άκουσμα. Κάποια στιγμή τον κατάφεραν τον Λευτέρη να τους ακολουθήσει σε μια ΚΝΕ για να ακούσει, όπως του είπαν κάποια ενδιαφέροντα πράγματα. Και άκουσε.... Πρώτα απ’ όλα, αφού είχαν συγκεντωθεί τα προβατάκια, εμφανίστηκε μια original κνήτισα που είχε και τίτλο: «Εισηγήτρια», «ωχ», σκέφτηκε ο Μιχάλης, με τίτλους και ιδιότητες ξεκινάμε. Η συνέχεια δεν διέφερε: «Σύντροφοι», ξεκίνησε να λέει, «πολλοί από εσάς χρωστάτε τη συνδρομή σας, (15 δραχμές τότε) την επόμενη φορά να φέρετε τα χρεωστούμενα, αλλιώς θα σας απαγορευτεί η είσοδος». Κάπως έτσι ξεκίνησε η κατήχηση, και μέσα από δυσνόητες λέξεις και υψηλά νοήματα, πέρασε μια ατελείωτη ώρα, μιλώντας για φούμαρα, αλλά! αχ... αυτό το «αλλά» είναι η ουσία η οποία είναι πάντα αντίτιμο. Όπως δυσνόητα ήταν τα νοήματα της «αγίας» Βασιλικής, όπως δυσνόητα ήταν τα νοήματα των αρμονικών του Κρόνου, έτσι δυσνόητα ήταν και αυτά τα νοήματα... Τελικά ο κόσμος πρέπει να έχει έμφυτη την τάση να πληρώνει για αυτό που δεν μπορεί να καταλάβει. Μόνο τότε του δίνει αξία. Ο Λευτέρης κάτι είχε αρχίσει να ψιλιάζεται και αν και δεν ξαναπάτησε στην ΚΝΕ, πέρασε όμως από όλα τα μαγαζιά της εποχής, κόμματα αν προτιμάτε, από τα μεγάλα μέχρι τα λίγο πριν την ανυπαρξία, όλοι μα όλοι ξεκίναγαν: «Σύντροφοι τακτοποιηθείτε οικονομικώς!» Γρήγορα διαπίστωσε πως πρόκειται για, ουσιαστικά, το ίδιο μαντρί, για άρμεγμα, αλλά αλλά με διαφορετικό προσωπείο και πολύ νωρίς διαπίστωσε πως δεν έχει νόημα να στηρίζει αυτό το καθεστώς. Στο βαθμό που μπορούσε αντιστάθηκε και όταν ήρθε η ώρα της ενηλικίωσης, ουδέποτε καταδέχτηκε να εκδόσει εκλογικό βιβλιάριο, και όπως αρέσκεται σήμερα να λέει: «αρνούμαι να να γίνω συνένοχος στο έγκλημα», και παραπέμπει όσους τον ρωτούν στον Αριστοτέλη και την γνώμη του για τη Δημοκρατία. Τα κνιτάκια λοιπόν για να κλείσουμε αυτό το θέμα, παρέμειναν για λίγα χρόνια φίλοι του Λευτέρη και έτσι κάποιες στιγμές που έκαναν κοπάνα από το σχολείο και πήγαιναν στο δικό του σπίτι αφού έλειπε η Μαρία, βρήκαν την συλλογή γραμματοσήμων, του συγχωρεμένου πατέρα του, όπου μεταξύ αυτών υπήρχαν 2 Ερμήδες (μεγάλοι) και έξι Ερμήδες μικροί... Χρόνια πολλά μετά, όταν ο Λευτέρης συνάντησε έναν απ’ αυτούς, γιατί έχει ο διάολος πολλά ποδάρια, το βλέμμα του είπε πάρα πολλά, αν και κλέφτης αυτός ο άνθρωπος είχε ντροπή και έτσι ο Λευτέρης δεν του μίλησε... Ζήλεψε όμως την αστραφτερή Χάρλεϊ του παλιού του «φίλου».
Ο Λευτέρης λοιπόν στην πρώτη γυμνασίου, είχε μια ελευθερία πλέον που κανένα παιδί δεν μπορούσε να φανταστεί, δεν άρχισε απλά να κάνει κοπάνες από το σχολείο, αλλά άρχισε να αυξάνει σημαντικά και την ακτίνα δράσης του. Πάντα είχε μια έμφυτη τάση στη μουσική και τώρα ακολουθούσε πιο «επαναστατικές» οδούς. Έτσι η ροκ κουλτούρα τον επηρέασε σημαντικά. Σωλήνας παντελόνι που το βράδυ έπρεπε να το ξηλώσει για να το βγάλει και το πρωί το ξανάραβε φορεμένο. Ένα απόγευμα σε ένα δισκοπωλείο στο Μοναστηράκι, που εμπορευόταν μεταχειρισμένους δίσκους, άρα και πολύ φθηνότερους, Jazz-Rock, λεγόταν, ίσως, γνώρισε ένα παιδί που δούλευε ως d.j, πριν ανοίξει το κανονικό πρόγραμμα, στη Skylab. H Skylab ήταν ένα μαγαζί όπου εμφανίζονταν ροκ μπάντες και εκείνη την εποχή, εμφανίζονταν οι Σπυριδούλα όπου μόλις είχαν αλλάξει το όνομά τους σε S.O.S. band (από το Sultans of Swing). Πήρε μόνο λίγες μέρες ώστε ο Λευτέρης να αποκτήσει ταυτότητα. Μπότα καουμπόικη, τζιν σακάκι με φουλάρι κόκκινο, πολλές φορές το έκανε και μπαντάνα στο κεφάλι. Πολύ στυλάκι ο σπόρος! Οι ιδιοκτήτες και οι θαμώνες του μαγαζιού γρήγορα τον «υιοθέτησαν» και σύντομα έγινε η μασκώτ του! Μάλιστα λίγο αργότερα, όταν οι sharp ties έκαναν τα πρώτα τους βήματα, είχε ανοίξει 3-4 φορές το πρόγραμμά τους σαν πραγματικός κονφερασιέ! (Γειά σου Αποστόλη!) Παράλληλα τα αφεντικά τον έστελναν να κάνει κατασκοπία στα αντίπαλα μαγαζιά, δηλ. στον «Άρη», όπου τότε εμφανίζονταν οι Μουσικές Ταξιαρχίες (Γειά σου Τζιμάκο!), ενώ είχε την ευκαιρία να γνωρίσει μεγάλες μορφές όπως τον Λουκά Σιδερά, όπου χρόνια μετά έπαιζαν μαζί τρίσποντες...
Στα μάτια του Λευτέρη είχε φανερωθεί ένας απίστευτος κόσμος που τον συμπαθούσαν, τον δέχονταν, έπαιρνε «μπράβο», τον καλούσαν μαζί τους! Οι μεγάλοι, καλούσαν τον σπόρο! Ήταν ενθουσιασμένος. Μάλλον είχε βρει που έκανε λάθος τόσα χρόνια! Έτσι πολλές φορές δεν γύριζε το βράδυ σπίτι του, ποιος θα τον έψαχνε άλλωστε, και ξημερωνόταν είτε σε κάνα πατσατζίδικο, της αγοράς συνήθως, είτε Πειραιά για καταϊφι ή σε κάνα άγνωστο σπίτι. Πολλές φορές όμως όταν δεν κόλλαγε η παρέα και δεν είχε που να πάει, είχε βρει ένα μέρος, δεν μπορεί να περιγραφεί ως κοινόβιο, αλλά κάτι τέτοιο ήταν, όπου μπορούσε να μένει τα βράδυα. Ένα παλιό νεοκλασσικό σπίτι της οδού Αδριανού, το οποίο ήταν σχετικά περιποιημένο και ακατοίκητο, είχε γίνει χώρος διαμονής πολλών και περίεργων ανθρώπων. Πρέζα, κάθε τύπου σκεύασματα, και απελπισμένο σεξ μοναχικών ψυχών, δημιουργούσαν ένα αλλόκοσμο μέρος, που όμως με τον καιρό διαπίστωνες πως κι εσύ γινόσουν εύκολα κομμάτι του και αυτό μέρος της καθημερινότητάς σου. Ήταν σαφές πως η απελπισία φέρνει κοντά τους ανθρώπους και όσο χαμένοι και αν είναι τότε ξεδιπλώνουν τεράστιο μεγαλείο και απόθεμα ψυχής. Ο Λευτέρης από τότε λέει και πιστεύει πως στα σκουπίδια μπορείς να δεις τον άνθρωπο και τον Άνθρωπο.
Αν ρωτάτε, φυσικά και πήρε μεζέ, τί μεζέ τσιμπούσια ολόκληρα! Άκουγε χρώματα και έβλεπε ήχους, έκανε σεξ με σαραντάρες και νεώτερες... πρεζάκια... που αναζητούσαν ακόμα και σε αυτόν, τον άτριχο, τον αμούστακο, τον ασχημάτιστο, την αγκαλιά που ακολουθεί μετά^ αυτή την αγκαλιά που η ίδια η φύση την έχει κάνει μέρος της διαδικασίας... Η αγκαλιά ενός ξένου πολλές φορές, για πολλούς ανθρώπους είναι το μόνο γιατρικό και το μόνο που μπορούν να περιμένουν...
Ένα ξημέρωμα τον βρήκε στη Λούτσα, στο παλιό τέρμα, με αναμμένες φωτιές, μπάνιο γυμνοί στη θάλασσα, κιθαρούλα, «wish you were here», αλλά όχι μόνο Floyd, νεό κύμα και διάφορα ρομαντικά. Ήταν αρχές καλοκαιριού και τότε στη Λούτσα δεν υπήρχε σχεδον τίποτα, ένα λουκουματζίδικο, και μάλλον τότε άνοιξε η πρώτη ντισκοτέκ, «Λατίσια» πρέπει να ήταν το όνομά της. Έτσι γινόντουσαν πολλές καταλήψεις σε ερημωμένα σπίτια από τα φρικιά της εποχής. Σε ένα από αυτά, είχε μαζευτεί «το κακό συναπάντημα». Γούσταρε ο Λευτέρης, κόλλησε κι εκεί. Είχε και έναν συμμαθητή του που είχε σπίτι εκεί κοντά, είχε λοιπόν κάθε δικαιολογία για τη μάνα του, που σε λίγο καιρό του ετοίμαζε τη μεγαλύτερη έκπληξη της ζωής του, και όλο Λούτσα ήταν. Ο φίλος του ο Νίκος έγινε εκπληκτικός κιθαρίστας και έπαιξε για μεγάλους έλληνες καλλιτέχνες αλλά και για ξένους αν και τα τελευταία χρόνια έχει προβλήματας κύρωσης ήπατος, αφού ήταν κι αυτός γερό ποτήρι. Εκεί ο Λευτέρης γνώρισε την Κική. Μέχρι τότε δεν είχε νιώσει κάποια ερωτικά συναισθήματα, παρόλο το σεξ που γνώρισε όταν τα άλλα παιδιά της ηλικίας του, έπαιζαν με στρατιωτάκια. Χμ... μεγάλωνε και οι ορμόνες άρχιζαν τα δικά τους. Η Κική όμως ήταν δύο χρόνια μεγαλύτερή του και σε αυτές τις ηλικίες είναι τεράστια διαφορά, τουλάχιστον για τους νορμάλ ανθρώπους, και του Λευτέρη του την έδωσε! Την είδε πως κοίταζε “κάπως” τους φρίκουλες και τις τσόπερ τους και τότε του γεννήθηκε η ιδέα και η διάθεση το πως θα την κατακτήσει. «Του χρόνου και μεγαλύτερος θα είμαι, και τσόπερ θα έχω!»
Εκείνο το καλοκαίρι πέρασε σε ξέφρενους ρυθμούς, οι τσοπεράδες τον έβαζαν πάνω στις μηχανές, μάλιστα τη μία, την αγαπημένη του, που το ντεπόζιτό της ήταν σαν φέρετρο, την οδήγησε κιόλας. Γυρνώντας λοιπόν πίσω στα πάτρια, όλα του φαίνονταν μίζερα, λίγα, ξεπερασμένα. Στο σχολείο τα κοριτσάκια τον ήθελαν, αλλά τι να του πουν απ’ τη ζωή τους, και οι συμμαθητές του, τον μισούσαν. Οι τσαμπουκάδες έγιναν μέρος της καθημερινότητας, και έτσι σιγά-σιγά άρχισε να αγριεύει και να «μπλέκει με παρέες».
Πρώτ’ απ’ όλα ξεκίνησε τα νέα του σχέδια απ’ τη γιαγια του. Εδώ και καιρό είχε ανακαλύψει τις καβάντζες που έκρυβε τα πουγγιά της, αλλά δεν τα είχε αγγίξει. Οι φραγμοί όμως είχαν πάρει τέλος. Κάνει την πρώτη του βούτα, 23.000 δρχ. τότε και πάει στο πρώτο μαγαζί που είχε ετοιμοπαράδοτες πάπιες, κάπου στην Κατεχάκη. Η πάπια όμως ήταν για ξεκάρφωμα. Ήδη είχε μπλέξει με κλεφτρόνια που είχαν διαλύσει τα νότια κυρίως προάστεια, Νέα Σμύρνη, Παλαιό Φάληρο, Καλαμάκι.... Άλλο γκάζι είχε το 250, το RD 350, το 750, άλλο το XR 200, (ότι είχε βγει) και άλλο το παπί. Είχε μάθει στην ίλιγγο. Του άρεσε να πηγαίνει στο όριο, όχι μόνο της μηχανής, αλλά το δικό του. Βρήκε ακόμα έναν τρόπο για να αποδείξει στον εαυτό του πως μπορεί, πως είναι ικανός και γι’ αυτό. Είχε μάθει να κλέβει σχεδόν κάθε τύπου μηχανή, μέσα σε δευτερόλεπτα. Έσπαγε με το πόδι το τιμόνι και ήξερε ανάλογα τη μάρκα τούς συνδυασμούς των καλωδίων που έπρεπε να ενώσει. Η αδρεναλίνη έφτανε στα ύψη κάθε φορά, αλλά πάντα ήθελε τη «δόση» του. Την έβρισκε αφάνταστα να πηγαίνει στο απέναντι πεζοδρόμιο της Ασφάλειας, που τότε ήταν στη Μεσογείων, και να κλέβει εκεί μπροστά στα μάτια τους, τα καλύτερα κομμάτια.... Επιτέλους! Με αυτό τον τρόπο πρώτα απ’ όλα τα έβαζε με την εξουσία, με αυτούς που είχαν «ιδιότητα», «ταμπέλα» και ρε γαμώτο μπορούσε και τους έκανε καλά! Τους κορόιδευε κιόλας, αφού άρχισε να βάζει σημειώματα με την υπογραφή του... Είχε πλέον γίνει τρόπος ζωής, αυτή ήταν πλέον η ζωή του. Γκάζια, είχε περάσει πλέον στα στριτάδικα, άπειρη αδρεναλίνη, μαγκιά στο φουλ... Επιτέλους ζούσε, τη ζωή του, δεν έδινε λογαριασμό σε κανέναν και πλέον αν και μικρός στο μάτι και στην ηλικία, γαμούσε και έδερνε και αυτό ήταν μετά από τόση καταπίεση, το μόνο γιατρικό, νόμιζε. «Με πονέσατε; Τελικά είναι γλυκιά η εκδίκηση!» Ούτε που πέρασε τότε απ’ το μυαλό του πως εκδικήθηκε ξένους και λάθος ανθρώπους. «Ίδιοι είναι όλοι!», έλεγε και καμμία τύψη δεν τον βασάνιζε.
Η μάνα του πλέον είχε ορθάνοιχτη μπροστά της μια τεράστια ευκαιρία. Μέχρι πριν λίγο καιρό «το παιδάκι της» δεν έδινε δικαιώματα... Τώρα όμως ήταν αλλιώς. Μπορούσε να χρησιμοποιήσει την νέα κατάσταση προς όφελός της^ και θα τον ξεφορτωνόταν και θα «επαναπροσδιόριζε» πλέον την έννοια «όλα τα κάνω για το παιδί μου».
Έχει ενημερώσει το Λευτέρη, να είναι κάποιο απόγευμα στο σπίτι γιατί θα έρθουν επίσκεψη κάποιοι πολύ σημαντικοί άνθρωποι που έχουν κάποια πράγματα να του πουν και αφορούν το μέλλον του. Ο Λευτέρης δέχτηκε, έμοιαζε κάτι βαρετό μεν, αλλά ανώδυνο. Έτσι νόμιζε. Χτυπάει το κουδούνι και μπουκάρουν τρεις φουσκωτοί, τον μπαγλαρώνουν τον βάζουν σε ένα βανάκι και τον μεταφέρουν στα Μελίσσια σε μια Κλινική... ο Θεός να την κάνει... ιδιωτικό τρελλάδικο ήταν, με την περισπούδαστη ονομασία «Αθηνά». Εκεί τον πήγαν σε ένα γραφείο και συνοπτικά του είπαν «Θα μείνεις εδώ μέχρι να γίνεις καλά. Είσαι τυχερός που έχεις μια μάνα να σε φροντίσει». Αμέσως του άνοιξαν το στόμα και του έχωσαν με το ζόρι πολλά χάπια τα οποία από τη σαστιμάρα του τα ήπιε. Αμέσως τον άρχισαν να τον τραβάνε προς μια μεγάλη πόρτα, με τεράστιους σύρτες, ηλεκτρικές ασφάλειες και μια τεράστια αλυσίδα με ένα ακόμα μεγαλύτερο λουκέτο. Έντρομος ο Λευτέρης ούρλιαζε και προσπαθούσε να ξεφύγει. Μάταια... Όταν άνοιξε η πόρτα, αυτό που αντίκρυσε δεν θα το ξεχάσει στη ζωή του. Διέλυσε τη ψυχή του για πάντα, για πάντα... Ένιωσε τρόμο, αηδία και απέραντο μίσος. Ένας συφερτός από υπολλείματα ανθρώπων, τερατόμορφες υπάρξεις, να ουρλιάζουν, να σκίζουν τα ρούχα τους, να πέφτει ο ένας πάνω στον άλλο, παντού περιττώματα και ακαθαρσίες. Η κόλαση η ίδια μπροστά του και ο ίδιος έχοντας πάθει σοκ άκουσε πίσω του την πόρτα να κλείνει...
Παντού βασίλευε το χάος, ένα χάος που προέρχεται από όχι απλά τρελλούς ανθρώπους, δεν υπάρχουν λόγια για περιγραφή... Απλά ένας τόπος όπου ήταν πεταμένες αυτές οι υπάρξεις για να μην υπάρχουν σε μια υγιή κοινωνία... Τρέλλα, οργή, μίσος. Τα πάντα ήταν γεμάτα αίματα, αφού πολλοί ήταν αυτοί που ξέσκιζαν τις σάρκες τους. Δεν υπήρχε εκεί κάποιο άλλο παιδί, ούτε καν έφηβος... Τον πεταξαν εκεί τον Λευτέρη, χωρίς μια λέξη... η ζωή του θα τελείωνε εκεί μέσα.
Χώθηκε κάτω από ένα κρεββάτι. Όλη τη νύχτα σκεφτόταν τον τρόπο που θα βρει για να πεθάνει. Δεν άντεχε, έπρεπε να δώσει ένα τέλος. Τα χάπια που του είχαν δώσει όμως τον είχαν παραλύσει. Μπορούσε να σκεφτεί, έστω και αργά. Αλλά δεν μπορούσε να κουνηθεί. Κουνιόταν σαν ζόμπι σαν υπνωτισμένος μέσα σε όλη αυτή τη φρίκη. Τότε ορκίστηκε: «Θεέ μου, αν υπάρχεις, και δεν είσαι ο αλήτης που μου έχεις δείξει μέχρι σήμερα, μην αφήσεις σε κανέναν άλλο άνθρωπο να συμβεί αυτό το πράγμα. Μην αφήσεις άλλο άνθρωπο να δει και να μάθει... Σου ορκίζομαι, αν υπάρχεις, δεν θα κάνω ποτέ αυτό το κακό σε κανένα!»
Νωρίς το άλλο πρωί, ήρθαν οι νοσοκόμοι και τον πήραν. Τον ξαναπήγαν πάλι στο γραφείο που τον είχαν πάει την πρώτη φορά, τον πότισαν πάλι ένα σκασμό από χάπια και τον ενημέρωσαν πως έχει μια ευκαιρία αν δείξει καλή διαγωγή και δεν δημιουργήσει προβλήματα. Αν τα έκανε αυτά, τότε δεν θα γύριζε στην προηγούμενη αίθουσα αλλά τον περίμενε ένας θάλαμος με τέσσερεις ακόμα ανθρώπους, όπου θα μπορεί να μείνει εκεί ήρεμα. Ο Λευτέρης υπάκουσε έντρομος, μόνο με τη σκέψη πως θα πήγαινε εκεί πίσω. Για μερικές μέρες του έδιναν μόνο χάπια, κρατώντας τον σε μια αφύσικη καταστολή. Ούτε να σκεφτεί μπορούσε ούτε να κινηθεί. Σιωπηλός, όπως και οι συνθαλαμήτες του, καθόντουσαν στο κρεββάτι τους, κοιτώντας το κενό. Έτσι πέρναγαν οι πρώτες μέρες. Σιγά-σιγά όμως ο Λευτέρης όταν άρχισαν να μειώνονται οι ποσότητες των χαπιών, άρχισε να τα κρύβει μέσα στο λαρύγγι του, γιατί πάντα γινόταν έλεγχος μέσα στο στόμα. Μερικές φορές κόντεψε να πνιγεί και να σκάσει, αλλά έβαζε βαθιά το χέρι του μέσα στο λαιμό του για να βγάλει τα χάπια. Το μυαλό του είχε αρχίζει να καθαρίζει, αλλά δεν άλλαξε την συμπεριφορά του για να μην τον καταλάβουν. Άρχισαν τα ψυχογραφήματα. Τους τρέλλανε τους τρελλογιατρούς! Του έδειχναν κάτι εικόνες και αυτός έπρεπε να τους απαντάει τι βλέπει. Έτσι υποτίθεται θα έβλεπαν τον ψυχικό του κόσμο. Για παράδειγμα μια από τις εικόνες που του έδειχναν ήταν ένας τύπος στη μια γωνιά ενός τούβλινου τοίχου. Ο τύπος ήταν με καπαρντίνα και καβουράκι, σκυφτός να κοιτάει κάτω. Ήταν βράδυ και στην άλλη γωνιά του τοίχου ήταν μια λάμπα που έριχνε ένα αμυδρό φως που απλά φώτιζε ελαφρά την γύρω περιοχή δημιουργώντας περισσότερο σκιές παρά φως. Στην ερώτηση της τρελλίατρου «τι βλέπεις, σε αυτή την εικόνα;» Ο Λευτέρης είπε: «τον έστησε η γκόμενα και περιμένει να έρθει»^ η ίδια εικόνα, την άλλη μέρα: «είναι ντέτεκτιβ, κρύβεται στο ημίφως^ άλλη μέρα: «το ξανασκέφτηκα, είναι από φιλμ νουάρ, μη σου πω πως είναι και ο Μπόγκι, αυτοπροσώπος»^ άλλη μέρα: «το σκέφτηκα καλύτερα, κατάσκοπος είναι»^ άλλη μέρα: «λοιπόν το βρήκα, είμαι εγώ στο μέλλον! Αυτό θέλω να γίνω»... Κάθε μέρα κι άλλο, για κάθε εικόνα. Η ίδια βαρετή διαδικασία: Χάπια, έλεγχος, φτύσιμο, ψυχοτέστ, κοίταγμα στον τοίχο.
Πάνω όμως που είχε πλέον καταστρώσει ένα σχέδιο όχι μόνο απόδρασης, αλλά και εκδίκησης έγινε το αναπάντεχο. Ο Βάγγος και οι λοιποί συγγενείς δεν ήξεραν τι έχει συμβεί και όταν το έμαθαν ήρθαν στο άσυλο κατευθείαν. Έγινε τόσο μεγάλο χαμός, που παραλίγο να μπουζουριάσουν και τον Βάγγο μέσα! Σε δύο μέρες ο Λευτέρης ήταν εκτός, ύστερα από υπογραφές και εγγυήσεις των άλλων συγγενών και ποιος ξέρει με τι απείλησαν την Μαρία, δεν θέλησα ποτέ να μάθω και δεν σκοπεύω.
Για λίγες μέρες έμεινε σε σπίτια συγγενών του γιατί κανείς δεν ήταν σίγουρος, για την αντίδρασή του, αν έβλεπε τη μάνα του. Προσπαθούσαν με λόγια του τύπου: «συγχώρεσέ την για το καλό σου το έκανε, νόμιζε πως παίρνεις ναρκωτικά και ήθελε να ξεκόψεις», να κάνουν τον Λευτέρη να λογικευτεί... Δεν είχε άλλη επιλογή ο Λευτέρης, δέχτηκε θέλοντας και μη αυτή την εξήγηση, τουλάχιστον αν ήταν έτσι, είχε καλές προθέσεις η μάνα του, πέρα από το όσο του κόστισε του ίδιου.
Όμως ήταν θέμα χρόνου, ν’ αρχίσουν τα προβλήματα και δεν άργησαν.

Τα προβλήματα ξέσπασαν σχεδόν ταυτόχρονα από παντού.
Άρχισαν οι συλλήψεις. Άρχισαν τα δικαστήρια. Πριν τα 16 του, είχε πάνω από 30 δικαστήρια στην πλάτη του, και πάνω από 15 συλλήψεις. Το ξύλο στα απανταχού Τμήματα ήταν ατελείωτο. Για έναν ανεξήγητο, μέχρι σήμερα λόγο, δεν φυλακίστηκε, ο ίδιος το αποδίδει μάλλον στο ότι, ήταν τόσο μικρός σε σχέση με τους συγκατηγορούμενούς του, σχεδόν πάντα και σχεδόν όλοι ήταν ενήλικοι, αντιμετωπίστηκε με εξαιρετική, αδιανόητη σε πολλές περιπτώσεις επιοίκια. Σε μια δύσκολη δίκη, που όλοι πήγαν φυλακή, άκουσε τη Μαρία, τη μάνα του να λέει: «επιτέλους, βάλτε τον φυλακή τον αλήτη να ηρεμήσει ο κόσμος κι εγώ μαζί»! Η αστυνομία τον έψαχνε, το ίδιο και οι ιδιοκτήτες των μηχανών. Ακόμα χειρότερα, τον κυνηγούσαν οι «επαγγελματίες» κλέφτες, αφού τους έπαιρνε μηχανές που τις είχαν για πούλημα. Όσες φορές γύριζε σπίτι του —πολλές φορές έμενε στη Νέα Μάκρη, στο βουνό σε ένα χάλασμα, κοντά στο Γερμανικό νεκροταφείο—, αργά το βράδυ, έβλεπε τα στημένα καραούλια και έμπαινε από την εσωτερική σκάλα που ένωνε τα πλατύσκαλα των κουζινών, αφού είχε πηδήξει τρεις ταράτσες... Τον έψαχναν στο σχολείο, πήγαινε με δυσκολία...
Η γιαγιά του είχε πάρει χαμπάρι πως κάποια κομποδέματα είχαν κάνει φτερά. Λίγα-λίγα στην αρχή, μετά ολόκληρα δεμάτια σήκωνε ο Λευτέρης. Πάνω από ένα εκατομμύριο της εποχής είχε τσακίσει και είχε πολλά-πολλά ακόμα στις κρυψώνες, για μελλοντική χρήση. Όμως η γριά έφυγε και πήγε να μείνει σε ένα διαμέρισμα που της παραχώρησε η κόρης της η Εύη, που πλέον είχε καλοπαντρευτεί με τη μέθοδο της «λίστας».
Εκεί άρχισαν τα δύσκολα. Οι παρέες, αφού πλέον δεν τις χρηματοδοτούσε, τον έκαναν πέρα. Όποιον έπιανε η αστυνομία, το δικό του όνομα έδινε πρώτο, όταν τους ρωτούσαν «ποιός έκανε αυτό, ποιός εκείνο;». Είχε κάνει κι αυτός το ίδιο λάθος που είχε εντοπίσει στο σχολείο και στον αθλητισμό. Με το χρήμα αγοράζεις τα πάντα ακόμα και φίλους ακόμα και εχεμύθεια. «Κορόιδο που πιάστηκα, έτσι είναι οι φίλοι; Αυτό είναι το χρήμα;» Έτσι ποτέ δεν ξαναεμπιστεύτηκε άνθρωπο, έμενε πάντα απόμακρος και ψυχρός στους φίλους, δεν ανοιγόταν σχεδόν καθόλου και το χρήμα πλέον άρχισε να το αντιμετωπίζει με αποστροφή. «Δεν μπορεί κάπου κάποιος άνθρωπος θα υπάρξει και για μένα, για μένα τον Λευτέρη, για την ψυχή μου και τα αισθήματά μου που θα νοιαστεί για μένα, αγνά και χωρίς να περιμένει αντάλλαγμα.».
Έτσι ζώντας πλέον σαν αγρίμι, με την πλάτη μόνιμα στον τοίχο, και αυτό δεν είναι σχήμα λόγου, επέλεγε αυτές τις θέσεις^ έψαχνε για θέσεις στα στέκια που σύχναζε ώστε να μπορεί να διαφεύγει. Πόσες φορές ενώ οι διώκτες του ανέβαιναν στο πατάρι, αυτός πήδαγε από αυτό στο ισόγειο... Το άλμα από πατάρι είχε γίνει το νέο του άθλημα!
Είχε πάψει πλέον να είναι περιζήτητος και αγαπητός. Αγρίμι πια, στην τσίτα συνέχεια, είχε γίνει δακτυλοδεικτούμενος, η παρουσία του τρόμαζε τους περαστικούς.
Δεν του άρεσε πια η νέα του ζωή, είχε αρχίσει να νοιώθει πως όλη αυτή η κατάσταση δεν θα του έβγαινε σε καλό. Ένοιωθε πως το λιγότερο ίσως και το καλύτερο που μπορούσε να του συμβεί είναι να τον βρούνε σε κάποιο χαντάκι. Τα σχολεία είχαν αρχίσει να μην τον δέχονται. Τσακωνόταν, λάθος λέξη, έσπαγε στο ξύλο όποιον απλά τον κοίταξε. Τα έσπαγε στα γραφεία των καθηγητών ή των διευθυντών που τον καλούσαν. Τόσες αποβολές δεν πρέπει να είχε φάει άνθρωπος. Το απίθανο είναι πως σχεδόν ποτέ δεν ήταν αδιάβαστος!
Ίσως η μόνη στιγμή στη ζωή της που Μαρία, η μάνα του, έδειξε κατανόηση, τον άκουσε και έκανε αυτό που της ζήτησε ήταν όταν ο Λευτέρης της είπε: «Βοήθεια! Σώσε με! Έχω μπλέξει τόσο άσχημα, που δεν μπορώ να ξεφύγω! Κάθε φορά βουλιάζω και περισσότερο, δεν έχω διέξοδο. Πρέπει να φύγω μακρυά, αλλιώς δεν υπάρχει ελπίδα. Έχω ακούσει για κάποια σχολεία που τα παιδιά μένουν εσώκλειστα. Σε ικετεύω στείλε με εκεί». Η Μαρία ανταποκρίθηκε, όχι βέβαια πως δεν την βόλευε... Τσάκισε γνωστούς, φίλους και συγγενείς στα δανεικά και αγύριστα, μάζεψε πολλά παραπάνω από τα δίδακτρα, και έτσι τον ξεφορτώθηκε και από τα πόδια της και φυσικά απεκατέστησε το κύρος της ως «μάνας».
Ο Λευτέρης βρέθηκε στις Σπέτσες εσώκλειστος και έμελε να ζήσει τον καλύτερο χρόνο της ζωής του εκεί! Αν και η σχολή είχε χάσει την παλιά της αίγλη και δόξα, κάποτε εκεί φοιτούσαν βασιλιάδες, είχε κρατήσει όλα εκείνα τα στοιχεία και τις υποδομές που ενθουσίασαν τον Λευτέρη. Ευτυχώς δεν είχε μόνο πλουσιόπαιδα, είχε και κάποια ξηγημένα παιδιά και μέσω ενός προγράμματος ανταλλαγών υπήρχαν και αρκετά ελληνοαμερικανάκια, που έκανε και μ’ αυτούς παρέα.
Ξαφνικά το αλάνι, έγινε κολλεγιόπαιδο και αυτό του άρεσε πολύ. Για πρώτη φορά ένοιωσε ευτυχισμένος. Και τι δεν είχε στη διάθεσή του. Πρώτα απ’ όλα είχε το δικό του δωμάτιο. Το φαί ήταν εξαιρετικό, και πάντα είχε περίσσευμα. Υπήρχαν κάθε λογής εργαστήρια, κινηματογράφος, γυμναστήρια, γήπεδα, άλογα και ιστιοπλοϊκά. Είχε χαζέψει. Πάνω απ’ όλα είχε εξαιρετικούς καθηγητές, πραγματικοί παιδαγωγοί. Με τον καθηγητή φυσικής έγινε φιλαράκι, του βούταγε και τη μηχανή και έκανε παντιλίκια μέσα στη σχολή, τρελλαίνοντας τον άνθρωπο. Αν και έκανε και εκεί τους τσαμπουκάδες του, με τους ντόπιους κυρίως που δεν γούσταραν τους «φλώρους της σχολής», είχε αρχίσει να μαλακώνει. Άρχισε πάλι να γυμνάζεται, μπήκε στις τοπικές ομάδες βόλεϊ και μπάσκετ, τσάκιζε την τεράστια βιβλιοθήκη. Άρχισε πάλι να γίνεται άνθρωπος. Ξέφυγε βέβαια μερικές φορές π.χ. όταν την κοπάνησε μαζί με έναν φίλο που έκανε εκεί τον Βασίλη, και πήγαν στο Λουτράκι να βρουν μια κοπελίτσα που είχε γνωρίσει ο Λευτέρης. Κάθησαν εκεί τρεις μέρες, οι τηλεοράσεις είχαν βγάλει ήδη ανακοινώσεις(!) και φυσικά όταν γύρισαν τους περίμενε και μια ξεγυρισμένη αποβολή!
Όμως αυτά ήταν πταίσματα, ήταν λίγο αλατάκι στη νέα ζωή του Λευτέρη.
Το νησί ήταν υπέροχο. Πανέμορφο. Εκείνη την εποχή η σαιζόν ξεκίναγε από τον Μάρτη. Μέχρι να κλείσει το σχολείο, η ζωή ήταν ονειρεμένη. Όμορφος κόσμος, όμορφα κορίτσια, όμορφα μαγαζιά. Γνώρισε πολύ κόσμο, «καλό κόσμο», πέρα από τον απόπατο που είχε συνηθίσει να συναναστρέφεται. Όμως όλα τα καλά τελειώνουν κάποτε.

Κεφάλαιο τρίτο

Η πρόωρη ενηλικίωση
Τα νέα δεδομένα που δημιουργήθηκαν από τον θάνατο του Μάνου, ήταν ταχύτατα και καταλυτικά. Στο αστυνομικό τμήμα που μεταφέρθηκε η Μαρία, για να δώσει κατάθεση, μαζί με τα χαρτιά της κατάθεσης, της έδωσαν να υπογράψει, χωρίς να ξέρει τι, ένα σωρό άλλα, μεταξύ αυτών την παραίτησή της από την αποζημίωση που θα έπρεπε να πάρει από την εταιρία. Δεν έχασε μόνο ενάμιση εκατομμύριο εκείνης της εποχής, τεράστιο ποσό, αλλά εξαιτίας αυτής της υπογραφής έμπλεξε άσχημα και για χρόνια δεν μπορούσε να βγάλει ούτε καν σύνταξη από το χαμό του άντρα της.
Έτσι γύρισε πάλι πίσω, μαζί με τον Λευτέρη, τον άφησε στον όροφο που έμεναν και ανέβηκε στον από πάνω που έμενε το σόι: «Βοηθήστε με, κρατήστε το παιδί, να μπορέσω να πιάσω μια δουλειά, να δω τι θα κάνω». Ο Φραγκούλης κατάκοιτος πλέον, δεν είχε και μεγάλη αντίληψη για το τι συμβαίνει, αλλά καταλάβαινε... Ο «δίπορτος» ο Βάγγος όμως σήκωσε ανάστημα! «Μαζί το κάναμε; Γιατί να το φροντίσουμε;» είπε και έκλεισε τη πόρτα.
Ο Λευτέρης πλέον περνούσε πολλές ώρες μόνος του. Τη μέρα αυτό ήταν καλό, αλλά όταν συνέβαινε νύχτα ήταν αλλιώς τα πράγματα.
Τη μέρα δεν τον ένοιαζε. Γενικά μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είχε φίλους, αφού στο πάρκο όταν τον πήγαινε παλιότερα ο παππούς, γινόταν αραιά και που και έτσι δεν έτυχε να γίνει φίλος με κάποιο παιδάκι. Όταν ήρθαν οι γονείς του, πάλι δεν άλλαξε τίποτε, μάλλον άλλαξε αφού κόπηκε και η βόλτα στο πάρκο. Η Μαρία, δεν είχε σχέσεις με τη γειτονιά, τη πλέμπα, αυτή μια του ιδιωτικού, να μιλάει με αυτές που πήγαν στο δημόσιο. Άπαπα. Από την άλλη δεν ήθελε να έρχονται παιδάκια στο σπίτι, μην τυχόν η μητέρα τους ξεμυαλιστεί με τον Μάνο. Βέβαια, μετά το θάνατο του Μάνου, πάλι δεν έρχονταν παιδάκια στο σπίτι μη τυχόν η χήρα πια τους φάει τον άντρα. Έτσι ο Λευτέρης έχοντας μάθει να ασχολείται με κάτι μόνος του, ένιωσε μάλλον ανακούφιση με την νέα κατάσταση. Για πρώτη φορά είχε στη διάθεσή του τα παιχνίδια που είχαν φέρει οι γονείς του από το εξωτερικό. Δυστυχώς γι αυτόν, αν και ήταν δικά του θεωρητικά, εντούτοις δεν μπορούσε να τα αγγίξει γιατί ήταν «ακριβά και θα τα χαλάσει», όμως αποτελούσαν αντικείμενο θαυμασμού για τους επισκέπτες. Ο Λευτέρης; Τώρα που είχε ευκαιρία, τα έπαιξε όσο έπρεπε, μετά τους έβγαλε τα ματιά, και πολύ του άρεσε. Άλλωστε είχε το πιστό του αρκουδάκι, τον «Αρκούδο», που σε αυτόν έλεγε τον καημό του και τον πόνο του. Τα άλλα ήταν απλά παιχνίδια.
Έτσι όταν η Μαρία έλειπε να βρει δουλειά, ώρες πολλές, πολλές φορές δεν γύριζε τη νύχτα... Έμαθε από νωρίς να φροντίζει τον εαυτό του. Γρήγορα άρχισε να σαλτάρει πάνω στην καρέκλα που έβαζε μπρος στη κουζίνα και έψηνε κάνα αυγό. Η μάνα του αφού είδε πως «τραβάει» απαιτούσε να σκουπίζει και να σφουγγαρίζει. Πράγμα που έκανε, αφού ήταν και διασκεδαστικό. Ακόμα δεν ήταν πέντε... Ένα ενδιαφέρον διάλειμα έγινε στη ζωή του Λευτέρη, όταν η Μαρία παραχώρησε το σπίτι σε κάποιους που στο ισόγειο είχαν χασάπικο, και τους έδωσε το διαμέρισμα για κατοικία. Το αντάλλαγμα ήταν να φροντίζουν τον Λευτέρη. Ήταν καλοί άνθρωποι, αν και είχαν και αυτοί τα κουσούρια τους. Η γυναίκα του χασάπη ήταν σχεδόν πάντα μεθυσμένη και μύριζε ανυπόφορα. Η ανάσα του Τομ του κυνηγιάρικου που είχε ο χασάπης μύριζε πολύ πιο όμορφα. Ο σκύλος φυσικά είχε σχεδόν τον ίδιο μπόι με τον Λευτέρη εκείνη την εποχή, οπότε μην απορείτε για την ανάσα. Μετά τον Αρκούδο, ο Τομ έγινε ακόμα ένας, ο δεύτερος καλός του φίλος. Όμως ο Λευτέρης πέρναγε καλά. Ο χασάπης ήταν κυνηγός, και έφερνε τα καλύτερα. Είχε άκρες και με τα ψάρια. Ο Λευτέρης για πρώτη φορά έβαλε καλό φαγάκι στο στομαχάκι του και ακόμα έχει να λέει για την εξαιρετική χορτόσουπα της Κυρά Μαρίας, καλή της η ώρα.
Η Μαρία, είδε πως ήταν ριγμένη, από αυτή τη συμφωνία, ζήτησε νοίκι, το πήρε, ζήτησε αύξηση, την ξαναπήρε, αυτό έγινε όσες φορές χρειαζόταν για να αγακτήσουν οι άνθρωποι και να σηκωθούν να φύγουν.
Έτσι άρχισε η πείνα για το Λευτέρη. Με το πρόσχημα της αναιμίας η Μαρία, τον τάιζε φακές, μόνο φακές, για πολλά χρόνια φακές! Τίποτε άλλο! «Έχουν σίδηρο, πρέπει να τις φας, για το καλό σου.».
Όταν κάποιες φορές ο Λευτέρης ανέβαινε πάνω, γινόταν πανυγήρι! Όλες τους και ο δίπορτος, αλλά αυτός όχι τόσο πολύ, άρχισαν να ρίχνουν το δηλητήριό τους στο πεντάχρονο για την μάνα του «είναι πόρνη» του έλεγαν, λες και το παιδί ήξερε τι είναι αυτό, «δεν σε θέλει», «με άλλον σε έκανε και δεν στο λέει», η χαρά του παιδιού που λέμε. Κοντά σε αυτό βάλτε και την προσφιλή απειλή της μάνας του «αν δεν είσαι καλό παιδί, θα φύγω και θα πάω στο άλλο μου παιδάκι». Κάτι που επίσης στοίχιωσε στην τη μικρή ψυχούλα. Έχει και άλλες ενδιαφέρουσες εικόνες να παρουσιάσει ο πάνω όροφος. Τον Λευτέρη τον διαολόστειλε μετά επαίνων η «αγία» γιαγιά του επειδή τόλμησε να ανοίξει το ψυγείο και να αγγίξει μια πορτοκαλάδα. Οι κατάρες της «αγίας» Βασιλικής ακόμα ακούγονται στο σπίτι των Αμπελοκήπων, αφού όταν δεν είχε κόσμο να ευλογήσει, όλη την άλλη ώρα καταριόταν τους πάντες. Ειδικά την μεγάλη της κόρη, τη Μαρία. Έφτασε μάλιστα στο σημείο, όταν μεσημέρι, χτύπησε το κουδούνι και λογικά θα έπρεπε να είναι η Μαρία που επέστρεφε από δουλειά, να σηκώσει τα υπόλοιπα παιδιά της άρον-άρον από το τραπέζι και να κρύψει το ταψί με το φαγητό πάνω στη ντουλάπα, για να μη το δει και θέλει να φάει «η πόρνη».
Ο Λευτέρης φυσικά τα άκουγε και τα έβλεπε όλα, αφού το σπίτι είχε και εσωτερική σκάλα, ένωνε τα πλατύσκαλα από τις κουζίνες και έτσι όλα ακούγονταν πεντακάθαρα. Πολλές φορές ο Λευτέρης κρυβόταν πιο κοντά για να ακούει τους διαλόγους τους, περισσότερο για να γνωρίσει ποια επιτέλους είναι η μητέρα του, αφού δεν είχε την ευκαιρία, αυτή διαρκώς έλειπε. Αυτά όμως που άκουγε δεν ήταν καλά και σίγουρα η μάνα του δεν ήταν κάτι καλό. Δεν καταλάβαινε τι σήμαιναν οι λέξεις που άκουγε, αλλά σίγουρα δεν ήταν κάτι καθόλου καλό.

Είναι γεγονός πως όταν πέθανε ο Μάνος, πολλοί από τη γειτονιά χάρηκαν. Η Μαρία ήταν ομορφούλα, είχε, έτσι νόμιζαν, περιουσία από τον πατέρα της και ήταν πολλοί αυτοί που έσπευσαν από την πρώτη κιόλας μέρα να παρηγορήσουν τη χήρα. Την ημέρα που επέστρεψαν στο σπίτι μετά το θάνατο του Μάνου, το σπίτι γέμισε με άγνωστες φάτσες που τελικά στην πορεία αποδείχθηκαν όλοι επίδοξοι γαμπροί.
Η Μαρία ήταν εύκολος στόχος. Ήταν πραγματικά σε απελπισία, αυτή η καλομαθημένη που είχε μάθει να έχει υπηρέτες ξαφνικά να είναι μόνη και αβοήθητη και να πρέπει να βγεί έξω στη ζωή να δώσει μάχη; Δεν ήταν μεγαλωμένη για κάτι τέτοιο, έτσι ακολούθησε γρήγορα τις εύκολες λύσεις. Κάποια ακίνητα, οικόπεδα και χωράφια που υπήρχαν στην Χίο, ξεκοκκαλίστηκαν εν ριπή οφθαλμού, πλην ενός. Εδώ να κάνω μια παρένθεση που έχει σημαντικό ενδιαφέρον. Τα χρήματα «χάθηκαν» ή «τελείωσαν» όταν η Μαρία είχε μπλέξει με έναν από τους γαμπρούς, δεν θα αποκαλύψω όλο το όνομά του, όμως τον έλεγαν Γιάννη Σ. Αυτός ήταν από τις πλέον βρώμικες φάτσες των Αθηνών, της Ελλάδος μη πω, και ήταν ο ξάδελφος, του «Άγγελου» του σουβλατζή-επιχειρηματία, που η Νικολούλη είχε αφιερώσει πολλές εκπομπές σε αυτόν. Ποτέ όμως δεν ρώτησε τον Γιάννη Σ.... Ένας άλλος γαμπρός ο «Νίκος» έγινε πρωτοσέλιδο και πρώτο θέμα συζήτησης (τότε μόνο ΥΕΝΕΔ και ΕΙΡΤ είχαμε), αφού είχε κάνει την μεγαλύτερη απάτη τότε με πλαστές επιταγές. Κάτι τέτοιο δεν είχε ξαναγίνει στην πατρίδα μας. Αυτός ήταν ο περίγυρος τότε της Μαρίας.
Με όλες αυτές τις καταστάσεις ο Λευτέρης ανήμπορος να αντιδράσει, έρμαιο τον καταστάσεων βιώνει το κάθε τι μέσα σε ένα μαρτυρικό πλαίσιο που πλέον τον έχει φέρει σε απόγνωση. Παρακαλά να πεθάνει, οι φοβίες του έχουν αρχίσει και θεριεύουν, δεν μπορεί να αντέξει άλλο και τελικά πόσο να αντέξει μια μικρή ψυχή, σκάει. Ο Λευτέρης, όπως αρέσκονται να λένε οι γιατροί, σωματοποίησε το άγχος του. Σήκωσε σαρανταδύο πυρετό και το παιδί έλιωνε σιγά-σιγά σαν την λαμπάδα. Μεταφέρθηκε στο Παίδων όπου έμεινε εκεί για έξι και πλέον μήνες. Κανείς δεν έβρισκε τι έχει. Τα λουτρά σε παγωμένο νερό ήταν μέρος της καθημερινότητάς του, για να πέσει ο πυρετός και τα μαντού ήταν σχεδόν σε ωριαία βάση. Σιγά-σιγά τα πράγματα καταλάγιασαν αλλά πάλι ήταν φορές που ο πυρετός έσπαγε θερμόμετρα, οι γιατροί απορούσαν. Η Μαρία εμφανιζόταν όποτε ήθελε στο νοσοκομείο, πολλές φορές πέρναγαν πολλές μέρες, και όταν εμφανιζόταν ο πυρετός μεγάλωνε....
Χάρη στην αρρώστια του Λευτέρη, η Μαρία για άλλη μια φορά έβαλε μπροστά το «παιδάκι της» και απεθύνθηκε στον Παπαδόπουλο! Ναι, στον δικτάκτορα, που ο Λευτέρης ακόμα και σήμερα λέει πως του οφείλει τη ζωή του. Η Μαρία έκανε έκκληση σε αυτόν να την λυπηθεί και να της βρει αν μη τι άλλο δουλειά^ ο Παπαδόπουλος όμως έκανε πολλά περισσότερα. Όχι μόνο της βρήκε δουλειά, στην αρχή στη Εθνική Τράπεζα και μετά ακόμα καλύτερη σε Ιδιωτική ελληνική κολοσσιαία εταιρία, που δεν υπάρχει όμως πλέον, αλλά ένα βράδυ έφτασε καμουφλαρισμένος στο Παίδων, στο Αγλαία Κυριακού για την ακρίβεια, στάθηκε πάνω από το κρεββατάκι του Λευτέρη, και αφού του έριξε μια ματιά ζήτησε να μεταφερθεί το κρεββατάκι σε κάποιον άδειο θάλαμο. «Ποιός είναι ο διευθυντής εδώ;» ρώτησε, «ο Δοξιάδης», απάντησαν οι παριστάμενοι. «Να τσακιστεί να έρθει αμέσως εδώ!». Δεν πέρασε πολύ ώρα και κατέφθασε μαζί με μια τεράστια κουστωδία γιατρών. Αυτολεξεί τους είπε: «Αν δεν μπορείτε να κάνετε καλά αυτό παιδί, δεν έχετε κανένα λόγο να κάνετε αυτή τη δουλειά! Απαιτώ να σκίσετε τα πτυχία σας και να πάτε σπίτια σας. Αν πάλι ως Κράτος, δεν έχουμε τις υποδομές, ή τον εξοπλισμό για να θεραπεύσουμε αυτό το παιδί, ακούω που θα πρέπει να το στείλουμε. Αν πρέπει να πάει στη Ρωσία, να τον στείλουμε στη Ρωσία! Περιμένω σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα τις γνωματεύσεις σας ή τις παραιτήσεις σας». Έτσι και έγινε. Οι γιατροί βέβαια είχαν μπει σε κάποιες σκέψεις, εδώ και αρκετό καιρό. Όταν ο Λευτέρης ήταν στην αίθουσα νοσηλείας, ή τον πήγαιναν για μαντού λίγο πιο πέρα, είχε πυρετό, ώσπου να τον κατεβάσουν στο υπόγειο που ήταν οι παγωμένες δεξαμενές, ο πυρετός έπεφτε. Οι γιατροί άρχισαν να προβληματίζονται σοβαρά και διαπίστωσαν πως αυτό συνέβαινε όταν στον ίδιο χώρο ήταν η Μαρία, η μάνα του! Όταν τον πήγαιναν για κρύο μπάνιο δεν της επέτρεπαν να κατέβει μαζί τους, κάτι που όμως δεν ίσχυε στην αίθουσα των μαντού. Τελικά αποδείχθηκε πως τα μαύρα που φόραγε η χήρα Μαρία, ήταν η αιτία όλου του κακού.
Ο Λευτέρης έτσι άρχισε να συνέρχεται, η Μαρία, έβγαλε τα μαύρα, με εντολή γιατρού πλέον, αφού στην ουσία δεν τίμησε ποτέ ως έπρεπε τη χηρεία της και στο σπίτι που πλέον θα επέστρεφε ο Λευτέρης, κυκλοφορούσαν διάφοροι περίεργοι τύποι.
Ένα νέο πρωτόγνωρο περιβάλλον είχε διαμορφωθεί στο κολαστήριο των Αμπελοκήπων. Τηλέφωνα όλη μέρα, όλη νύχτα, τα περισσότερα, ήταν μουγγά, κορναρίσματα κάτω από το σπίτι, λάμψεις από τσιγάρα φέγγυζαν το βράδυ πίσω από το παραθυράκι της εξώπορτας, γόπες γέμιζαν το πλατύσκαλο. Πολλές φορές διάφοροι κοιμόντουσαν στο σπίτι και η πόρτα του μικρού Λευτέρη έκλεινε με βία, υποδηλώνοντάς του πως δεν πρέπει καν να σκεφτεί να την ανοίξει. Ο τρόμος συνεχιζόταν αμείωτος μέχρι που τα πράγματα πήραν άλλη τροπή.
Ένας από αυτούς που μπαινόβγαιναν, αυτός που μπαινόβγαινε περισσότερο απ’ όλους, έκανε το αδιανόητο, όχι μόνο για τον Λευτέρη, αλλά για κάθε μικρό παιδί. Ο ξένος σήκωσε χέρι πάνω του και μάλιστα με τις ευλογίες και την προτροπή της Μαρίας, η οποία έλεγε καμαρώνοντας το φίλο της: «δώστου κι άλλες, μην τον βλέπεις έτσι είναι σκληρόπετσος, πιο δυνατά σου λέω!». Εκείνη τη βραδυά ο Λευτέρης είχε σημαντική αιμόπτυση, αλλά δεν το είπε σε κανέναν, ορκίστηκε όμως πως δεν θα επιτρέψει ποτέ ξανά σε κανέναν και για κανένα λόγο έστω να τον αγγίξει. Ποτέ ξανά! Ήταν τόση η μανία του και η οργή του που έκανε κομματάκια τον αρκούδο, τον καλό του φίλο, που δεν τον είχε προδόσει ποτέ ως τότε και πάντα τον άκουγε με υπομονή και καλοσύνη. Όχι, έπρεπε να πάψει πλέον να είναι παιδί, έπρεπε να παλέψει και να σταθεί σαν άντρας, έπρεπε να φύγει από αυτή την ανήθικη κόλαση.
Εκείνο το βράδυ, ήταν η πρώτη φορά που έφυγε από το σπίτι του, μικρό παιδί ήταν εύκολο να το βρούν, όμως πια ήξερε τι ήθελε, έπρεπε πλέον να κάνει υπομονή μέχρι να μπορέσει να μάθει και τον τρόπο.
Για την ιστορία το ξύλο το έφαγε, όταν η μάνα του τον πρόσταξε να πάρει λεφτά από το πορτοφόλι και να πάει να της πάρει τσιγάρα. Όταν ο Λευτέρης άνοιξε το πορτοφόλι υπήρχε ένα χιλιάρικό και ένα πενηντάρικο. Πήρε το πενηντάρικο, πήγε πήρε τα τσιγάρα, της τα έδωσε μαζί με τα ρέστα και πήγε να κάνει ότι έκανε και πριν τον διακόψουν. Όταν όμως η Μαρία πήγε στο πορτοφόλι της να βάλει μέσα τα ρέστα, το χιλιάρικο είχε πετάξει. «Λευτέρη, εσύ το πήρες;», «Όχι» αποκρίθηκε ο μικρός. Αφού αυτό επαναλήφθηκε μερικές φορές, κάθε φορά και σε πιο άγριους τόνους, στο τέλος «ανέλαβε» ο παριστάμενος τύπος και με πομπώδες ύφος είπε: «δεν ξέρεις να ανατρέφεις σωστά τον γιό σου, πολύ χαϊδένο τον έχεις», και αμέσως βουτάει τον Λευτέρη και αρχίζουν τα χαστούκια και οι μπουνιές, με τις προτροπές, όπως είπαμε παραπάνω της Μαρίας. Δεν θέλει και πολύ σκέψη τι έγινε και από ποιον το χιλιάρικο, σημασία έχει πως για άλλη μια φορά βιάστηκε αυτή η παιδική ψυχούλα, από έναν ξένο με τον πιο βάρβαρο τρόπο. Δυστυχώς είναι κάτι που άφησε ίσως τα βαθύτερα σημαδιά στο Λευτέρη και νιώθει την μεγαλύτερη ντροπή, σήμερα πια, που μπροστά σε μεγαλύτερα από τον ίδιο, αλλά όπως κι αν έχει, μικρά παιδιά έκανε παρόμοιες πράξεις. Μετανιώνει, και ντρέπεται αλλά πολλές φορές αυτό όμως δεν φτάνει...
Ο Λευτέρης από εκείνη τη στιγμή απαίτησε από τον εαυτό, να αποκτήσει όλα εκείνα τα εφόδια που θα του επέτρεπαν να σταθεί στα πόδια του και να φύγει.
Η Μαρία, η μητέρα του, το πρωί δούλευε, ερχόταν το μεσημέρι, κοιμόταν, ξύπναγε, ντυνόταν σενιαριζόταν και εξαφανιζόταν. Ο μισθός της όλος πήγαινε στα λούσα και στις χαρτοπαικτικές λέσχες ή στα χαροπαίγνια που γίνονταν σε διάφορα σπίτια^ μετά από το παίγνιο ακολουθούσαν μπουζούκια και άλλες κραιπάλες μέχρι πρωίας, έτσι ήταν πολλές-πολλές οι φορές που πήγαινε κατευθείαν για δουλειά και ο Λευτέρης έμενε μόνος του, μαγείρευε μόνος του, ξύπναγε μόνος του να πάει σχολείο. Είχε όμως και τα τυχερά του, αμέ! Κάποιες φορές η Μαρία θυμόταν την ύπαρξή του και του έφερνε τα αποφάγια των συντόφων και των παρεών της. Ποτέ δεν ήταν κανονική μερίδα με κανονικό κρεατάκι, φαινόταν πεντακάθαρα πως ήταν «για το σκυλάκι», ή άλλοι πάλι γαμπροί.ερχόντουσαν με φανταχτερά δώρα —κάποιος είχε στείλει έξω από το σπίτι ένα κανό, το είδε ένας άλλος και έφερε θαλάσσιο ποδήλατο, απίστευτο κάλλος— για να δελεάσουν τον πιτσιρικά, αφού το δόγμα «να γίνω συμπαθής στον μικρό, για να μου κάτσει η μάνα του», είναι παγκόσμιο και δυνατό. Όμως η Μαρία, δεν το επέτρεψε ποτέ! «Να μην μάθει το παιδί στα εύκολα και στα ακριβά, αν θες να κάνεις κάτι καλό γι αυτόν, δώσε μου τα χρήματα για να τον φροντίσω εγώ. Η Μάνα ξέρει πάντα καλύτερα.»! Μεταξύ αυτών κάποιος δικηγόρος, θείος πασίγνωστου τραγουδιστή που αυτός τον έφτιαξε με τα λεφτά του. Το που τα βρήκε το καταλαβαίνουμε όλοι, αφού αρκετά χρόνια μετά βρέθηκε στη φυλακή, με άλλους δικηγόρους, για σύσταση συμμορίας και αμφιβάλω αν θα βγει ποτέ από εκεί..

Σε αυτό το περιβάλλον βρισκόταν ο Λευτέρης και πάσχιζε να αντέξει. Ήξερε πως πρέπει να κάνει υπομονή αλλά πάνω απ’ όλα έπρεπε να αποκτήσει δυνάμεις και εφόδια. Έτσι σαν παιδί μπορεί να διάβαζε Σεραφίνο, Μπλεκ, Μάχη, και Φάντομ Ντακ, ήξερε όμως πως αυτά ήταν «παιχνίδια», διαβαζε κλασσικά εικονογραφημένα, διάβαζε σαν μυθιστόρημα τις εγκυκλοπαίδειες, άρχισε να μαθαίνει λήματα και να κάνει συσχετίσεις, να αποκτά ευρύτερες γνώσεις, είχε φτάσει Τετάρτη-Πέμπτη δημοτικού και διάβαζε Γκαίτε, λυπήθηκε στο τέλος τον Μεφιστοφελή, παρά τον Φάουστ^ έκτη δημοτικού ήξερε απ’ έξω όλα τα βιβλία του Λόμπσαν Ράμπα, είχε προχωρήσει πολύ, πάρα πολύ για την ηλικία του. Όταν οι συμμαθητές του έπαιζαν με στρατιωτάκια, αυτός έκανε ασκήσεις διαλογισμού, έλυνε εξισώσεις και έπαιζε με το αίμα του, στο μικρό μικροσκόπιο που είχε αποκτήσει. Όχι δεν ήταν κάποιο σπασικλάκι, το έκανε γιατί είχε ένα σκοπό, μα πάνω απ’ όλα αναζητούσε έναν καλύτερο κόσμο, με αγάπη, με αρμονία, εκεί ποιος ξέρει, μπορεί να έβρισκε κάποτε ένα φίλο... Προσπάθησε να βρει ανθρώπους που θα ήθελε να τους μοιάσει, έτσι ξεχώρισε τον Ζάτοπεκ και άρχισε να τρέχει, χωρίς σταματημό, αν και ο Εμίλ το είχε αυτό το στυλ, το «βασανίζομαι, υποφέρω», ο Λευτέρης έτρεχε σαν τρελλός χωρίς σταματημό μέχρι να υποφέρει κι αυτός, και συνέχιζε και συνέχιζε... Έκανε ότι μπορούσε για να δυναμώσει το σώμα του, για να μπορεί να αντισταθεί και να αντιμετωπίσει οποιονδήποτε θα προσπαθούσε να τον αγγίξει... Καθημερινά δυνάμωνε και πνευματικά και σωματικά, έφτασε λοιπόν στην Πέμπτη δημοτικού. Εκεί η ζωή του φωτίστηκε. Έμαθε να κάνει προσευχή, να διαλογίζεται, να ρίχνει φως μέσα και γύρω του, απόκτησε πίστη και άρχισε να βλέπει πως υπάρχει κάτι καλό εκεί έξω που απλά θέλει τον τρόπο του. Όλα άρχισαν να πηγαίνουν προς το καλύτερο, μέχρι που δύο ιδιαίτερα γεγονότα του άλλαξαν πάλι τη μοίρα.
Το πρώτο και ίσως αυτό που του άφησε το μεγαλύτερο απωθημένο ήταν ο αθλητισμός. Μέχρι την έκτη δημοτικού, είχε κατακτήσει νίκες και χρυσά μετάλλια σε αδιανόητο αριθμό αθλημάτων. Μήκος, ύψος, τριπλούν, 100 μ., 200 μ. , 1500 μ., 5000 μ., σκυταλοδρομία, σφαίρα, σφύρα, ακόντιο, κολύμβηση, ελεύθερο, ύπτιο, καταδύσεις, ακόμα και σε μονόκοπο και δίκοπο κέρδισε μετάλλιο. Δεν θα γινόταν απλά ένας τέλειος δεκαθλητής, αλλά ήταν ικανός να κατέβει σε όλα αυτά τα αγωνίσματα ξεχωριστά και να διαπρέψει. Είχε γίνει, Ζάτοπεκ, Μπικίλα και στο στόχαστρό του, είχε μπει ο Μπομπ Μπίμον, αφού είχε αποδειχθεί «άχρηστος» μη μπορώντας να ξεπεράσει τα εννέα μέτρα. Ε, λοιπόν αυτός ήταν που θα τα παίρναγε! Στην παιδική των Αμπελοκήπων πήδαγε δύο μέτρα πιο πίσω από τα άλλα παιδιά, και πάντα προσγειωνόταν όχι στο σκάμα αλλά στο φράχτη. Σε ηλικία 16 ετών (άκλειστα), αργότερα όταν πια τα είχε παρατήσει, πήδηξε 7,01...
Όλοι όσοι τον είχαν παρακολουθήσει είχαν δει το ταλέντο του και ύστερα από πιεστικές προσπάθειες η μάνα του πείστηκε να τον γράψει στον Πανελλήνιο, αυτή ήταν η πρώτη ας πούμε ταξική προσγείωση του Λευτέρη. Ο Λευτέρης είχε φτάσει σε ένα σημείο που στις αθλοπαιδειές μόνο με αρκετά μεγαλύτερούς του, μπορούσε να συναγωνιστεί, στο μπάσκετ, το βόλει και στη μπάλα είχε μάθει να παίζει πάντα με μεγαλύτερους. Έτσι όταν πήγε επιτέλους στον Πανελλήνιο και ένιωσε πως είναι κοντά στο όνειρό του, ο προπονητής που τον ανέλαβε κάποιος Μελισσαρόπουλος, δεν ασχολήθηκε καθόλου μαζί του. Στις πρώτες δυο-τρεις φορές ο Λευτέρης κατάλαβε το λόγο. Υπήρχαν γονείς, που έδιναν το κατι τοις στον προπονητή για να προσέχουν ιδιαιτέρως τα καμάρια τους. Στους αγώνες κατέβαιναν μόνο αυτοί και οι άλλοι απλά δεν υπήρχαν, δεν τους κοίταζε καν. Το πρόβλημα του Λευτέρη ήταν πως έκανε μπαμ από μακριά πως ήταν φτωχόπαιδο. Κυριολεκτικά φτωχόπαιδο, αν και η Μαρία έκανε την καλύτερη ζωή, είπαμε η φακή κράτησε πολλά χρόνια. Για πρώτη φορά «εκεί έξω» ο Λευτέρης ένιωσε άσχημα. «Δηλαδή παντού στον κόσμο βασιλεύει η αδικία; Μα ο αθλητισμός είναι η πιο αγνή και καθαρή μορφή αγώνα, τι στο καλό;». Έτσι αποφάσισε να ζήτήσει από τη Μαρία, αφού δεν διανοήθηκε καν να της πει να δώσει μπαξίσι στον προπονητή για να του δώσει μια ευκαιρία, να του αγοράσει τουλάχιστον ένα ζευγάρι παπούτσια για το στίβο, και αν είναι δυνατόν με τάπες. Η Μαρία εξεμάνη: «σαν δεν ντρέπεσαι» είπε, «που ζητάς αυτό το ποσόν», είπε και έφυγε για την χαρτοπαιξία. Ο Λευτέρης μέχρι τότε βολευόταν με τις γνωστές ελβιέλες αν και τα τελευταία χρόνια είχε βρει κάτι παπούτσια της Carina, δεν υπάρχει πλέον αυτή εταιρία, με χοντρό πάτο που άντεχαν πολύ, αφού είπαμε έτρεχε συνεχώς, τα έλιωνε τα παπούτσια που φόραγε και ήταν και πολύ φθηνά. Όμως βρώμαγαν φτώχεια! Έτσι έσβησε η ελπίδα για μια καλή πορεία στον αθλητισμό, αλλά δεν το έβαλε κάτω. Συνέχισε να προπονείται και όταν μπήκε στο γυμνάσιο, το 10ο με το Λυκαβηττό δίπλα του, έκανε τα καλύτερά του. Πριν πάει στο σχολείο, ειδικά όταν ήταν απογευματινός η καλύτερή του, στα κενά ανέβαινε πάνω, σε κάθε ευκαιρία. Τον ανέβαινε τρέχοντας όχι από το δρόμο αλλά πάνω από το πούσι και τα βράχια. Τον περικύκλωνε τρέχοντας σε απίθανους χρόνους, και με αυτό τον τρόπο ανακάλυψε τα μυστικά του... Αρχαία θεατράκια, κρυψώνες, κλεισμένες αρχαίες στοές... Ήταν και παραμένει ένα μέρος που ακόμα τον γοητεύει, και για πολλά χρόνια αντί να κάτσει στην «Πράσινη τέντα» η τον «Αποσπερίτη», έπαιρνε τον καφέ ή το ουζάκι του και καθόταν πριβέ στο πολυβολείο.
Το δεύτερο γεγονός που του άλλαξε τη μοίρα ήταν η γνωριμία του με τον μόνο Δάσκαλο που πραγματικά είχε, έναν πρώην Πρέσβη, κανονικό διπλωμάτη, που συντέλεσε με τον τρόπο του στη «φώτιση» του Λευτέρη στην Πέμπτη δημοτικού.
Η γνωριμία έγινε ως εξής: Η Μαρία είχε αρχίσει να ασχολείται με την αστρολογία, είχε βρει πλέον τον τρόπο να ακολουθήσει τα βήματα της μάνας της, της Βασιλικής, αλλά αυτή αντί να ακούει τη φωνή του Κυρίου, το παράλλαξε λίγο και άρχισε να μεταφέρει τα θελήματα του Κρόνου, του Δία και των λοιπών. Πήγε για πολυ λίγο σε κάποιες σχολές μπήκε στο «πνεύμα» και διαπίστωσε επίσης για άλλη μια φορά πως η αρλούμπα μπορεί να είναι πολυ επικερδής, κάτι που είχε «διδαχτεί» από την «αγία» των Αμπελοκήπων, τη μάνα της. Διαδώθηκε λοιπόν σε αυτούς τους χώρους πως κάποιος πνευματικός άνθρωπος αναζητά κάποιο ιδιαίτερο παιδί που θα το αναλάβει και θα γίνει ο μαθητής του. Μια και δυο η Μαρία παίρνει τον Λευτέρη και τον πάει στην συγκέντρωση που έγινε στο σπίτι του πνευματικού, για να κάνει την επιλογή. Αμέσως ο κύριος Αγγελόπουλος στράφηκε στον Λευτέρη λέγοντάς του: «εσένα σε ξέρω από παλιά», «τι εννοείς από παλιά;», αποκρίθηκε ο Λευτέρης. «Σε ξέρω όχι από αυτή την εποχή, σε ξέρω όμως από τότε που έπαιζες πιάνο... θες να μας παίξεις λίγο να δούμε τι θυμάσαι;» Κάγκελο ο Λευτέρης, γελώντας αμήχανα, αλλά και βρισκόμενος σε πολύ δύσκολη θέση, αφού όλοι τον κοίταζαν, είπε «όχι μόνο, δεν θυμάμαι να παίζω πιάνο, όχι μόνο δεν έχω ξανακάτσει σε πιάνο, αλλά ακόμα κι η μελόντικα μου πέφτει πολύ, αν θες να σου παίξω με τριγωνάκι τα κάλαντα ευχαρίστως!» Γέλασε ο άνθρωπος και του πρότεινε το σκαμνί του πιάνου του, γνέφοντάς του ευγενικά να καθήσει. Γεμάτος απορία αλλά έντονη δυσφορία ο Λευτέρης κάθισε στο σκαμνί και άπλωσε τα χέρια του στα πλήκτρα. Ο Δάσκαλος κάθισε ακριβώς πίσω του, άνοιξε ελαφρά τα χέρια του με τις παλάμες στο ύψος περίπου των ώμων τού Λευτέρη και αναφώνησε: «το Fur Elize, παρακαλώ» και τότε έγινε το αναπάντεχο, όλοι έβγαλαν ένα επιφώνημα έκπληξης και απορίας. Η Μαρία σηκώθηκε όρθια και όλοι πάγωσαν σαστισμένοι. Ο Λευτέρης με μια μοναδική δεξιοτεχνία, άρχισε να παίζει το κομμάτι... Δεν ήξερε απλά τι και πως να κάνει, αλλά είχε και τη δεξιοτεχνία ενός βιρτουόζου, κάνοντας περίτεχνα αρπέζ προσφέροντας όχι μόνο ήχο αλλά και εντυπωσιακό θέαμα! «Αδύνατον!» είπαν όλοι όταν τελείωσε ο Λευτέρης το κομμάτι. Ο Λευτέρης μετά την έκσταση που βρισκόταν προσγειώθηκε ανώμαλα στην πραγματικότητα, μην πιστεύοντας αυτό που συνέβη. Ήταν ένα μεγάλο σοκ για όλους εκτός από τον Δάσκαλο. Χαμογελώντας είπε: «τον βρήκα τον μαθητή μου».
Έκτοτε ο Λευτέρης τρεις-τέσσερεις φορές τη βδομάδα, ανέβαινε με το λεωφορείο στο τέρμα της Παλαιάς Παντέλης και επισκέπτονταν τον ογδοντάχρονο γέροντα, ακούγοντας με σεβασμό τα διδαγματά του, και πλέον χωρίς τα «μαγικά» που είχε κάνει στην πρώτη τους συνάντηση, άρχισε να τον ξαναμαθαίνει πιάνο. Ακριβώς απέναντι από το σπίτι της Δούκισσας της Πλακεντίας, όλο το μέρος απέπνε μια μοναδική γαλήνη και ζεστασιά, για πρώτη φορά ο Λευτέρης ένιωθε οικείο έναν χώρο και πολλές φορές ίσα που προλάβαινε το τελευταίο λεωφορείο για να γυρίσει σπίτι του. Ακόμα όμως και τις μέρες που ο Λευτέρης δεν ήταν να πάει στον Δάσκαλο, ο Δάσκαλος ήταν κοντά του. Μια μέρα για παράδειγμα, ο Λευτέρης είχε πονόδοντο^ ξαφνικά χτυπάει το τηλέφωνο και είναι ο Δάσκαλος: «Λευτέρη, το δόντι που σε πονάει, σε λίγο θα περάσει». Το δόντι πέρασε, ο Λευτέρης κάγκελο, αλλά με τον καιρό τα συνήθισε κάτι τέτοια.
Όμως τα πράγματα δεν εξελίχθηκαν όπως θα έπρεπε. Οι μανάδες των άλλων παιδιών που δεν δέχτηκε ο Δάσκαλος, είχαν αρχίσει να διαδίδουν φήμες πως δεν ήταν τίποτα άλλο παρά ένας παιδόφιλος πορνόγερος που απλά έβρισκε αγοράκια για να ικανοποιεί τις ανώμαλες ορέξεις του. Φυσικά όσο αστείο και αν φαίνεται, αυτές οι φήμες απέδωσαν καρπούς, έτσι η Μαρία προφασιζόμενη διάφορα δήθεν σοβαρά πράγματα ακύρωνε τα ραντεβού με τον Δάσκαλο, του άφηνε διάφορα υπονούμενα, μέχρι προσβολής, ενώ παράλληλα έβαζε φιτιλιές στον Λευτέρη. Ο Λευτέρης δεν πήρε χαμπάρι από αυτά, όμως ο γέροντας, είχε ήδη ενοχληθεί και έθεσε ένα αυστηρό πλαίσιο συμπεριφοράς στον Λευτέρη που ήταν κάπως δύσκολο να τηρηθεί. Αυτό συνέβη ακριβώς την περίοδο, που η Μαρία δεν αγόρασε τα παπούτσια του Λευτέρη και έτσι όλα μαζί τον έκαναν να ξεσπάσει.
Από τότε άρχισε μια κακή πορεία που ακόμα και σήμερα σέρνει από το παρελθόν κακές αναμνήσεις, άσχημα διδάγματα και ακόμα πιο άσχημες εικόνες.